Βασίλης Βιλιάρδος
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Λίγα λόγια για εμένα
Είμαι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχω εκδώσει το βιβλίο «Υπέρβαση Εξουσίας» και γράφω οικονομικές αναλύσεις σε έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ. Πρόσφατες εκδόσεις "Η κρίση των κρίσεων" σε τρία βιβλία.
Σύνδεσμοι


4480 αναγνώστες
Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014
18:52

Το ελληνικό χρηματιστήριο θεωρείται ως ένα από τα πολλά ασφαλή σήματα κινδύνου, όσον αφορά τις διεθνείς αγορές - αν και η σημερινή κατάρρευση του θυμίζει έναν ακόμη γύρο στο ευρωπαϊκό monopoly (ανάλυση), με στόχο τη μαζική πώληση μετοχών εκ μέρους των Ελλήνων, έτσι ώστε να εξαγοραστούν σε εξευτελιστικές τιμές από τους ξένους επενδυτές.

 

Φυσικά θα φανεί στο άμεσο μέλλον - όπου είτε θα επιβεβαιωθεί το συγκεκριμένο ενδεχόμενο, από ισχυρά ανοδικές τιμές, είτε θα διαψευσθεί. Σε κάθε περίπτωση, η ιστορία σπάνια επαναλαμβάνεται με τον ίδιο τρόπο - οπότε είναι μάλλον δύσκολο να βιώσουμε ξανά στιγμές του μεσοδιαστήματος των εκλογών του 2012.     

 

Περαιτέρω, οι κεντρικές τράπεζες της Ευρώπης, η μία μετά την άλλη, ζητούν τον επαναπατρισμό των αποθεμάτων τους σε χρυσό, ο οποίος βρίσκεται αποθηκευμένος στις Η.Π.Α. - πρώτη η γερμανική, ακολουθούμενη από τη γαλλική, την ολλανδική και σήμερα τη βελγική.

 

Η εύλογη απορία λοιπόν που δημιουργείται, όταν συνδυάζει κανείς πολλά γεγονότα μαζί, είναι εάν προβλέπουν την κατάρρευση του δολαρίου, το τέλος των χάρτινων χρημάτων (Fiat money) ή ένα νέο διεθνές συναλλαγματικό σύστημα, στο οποίο τα νομίσματα θα έχουν αντίκρισμα σε χρυσό.

 

Οι «υποψίες» αυτές εντείνονται, όταν διαπιστώνονται οι αυξημένες αγορές χρυσού εκ μέρους των χωρών της BRICS, ειδικά της Ρωσίας και της Κίνας - όπου η κεντρική τράπεζα της Ρωσίας πρόσθεσε περισσότερο χρυσό στα συναλλαγματικά της αποθέματα, από κάθε άλλη στον πλανήτη.

 

Με δεδομένη δε την κατάρρευση του ρουβλίου, το οποίο έχει χάσει σχεδόν το  40% της αξίας του απέναντι στο δολάριο, δεν είναι καθόλου απίθανη η σύνδεση του με το χρυσό - η επιστροφή της Ρωσίας στον κανόνα του χρυσού, παρά το ότι όλες οι κεντρικές τράπεζες της Δύσης προσπαθούν να το αποτρέψουν με κάθε θυσία, χειραγωγώντας την τιμή του πολυτίμου μετάλλου όσο καλύτερα μπορούν. 

 

Σε κάθε περίπτωση το γεγονός ότι, όλο και πιο πολλές κεντρικές τράπεζες απαιτούν την επιστροφή του χρυσού στις χώρες τους, σηματοδοτεί μία αυξημένη δυσπιστία απέναντι στις Η.Π.Α. και στη Fed, ενδεχομένως δε απέναντι στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, το οποίο έχει πάψει προ πολλού να είναι ασφαλές - ιδίως μετά τα εξαιρετικά επικίνδυνα πειράματα της ιαπωνικής τράπεζας, καθώς επίσης των συνεχών πακέτων ποσοτικής διευκόλυνσης της Fed, της ΕΚΤ και της τράπεζας της Αγγλίας. 

 

Από την άλλη πλευρά η κεντρική τράπεζα των κεντρικών τραπεζών, η BIS, προειδοποιεί για τέταρτη συνεχόμενη φορά (Σεπτέμβριος 2013, Ιούνιος και Οκτώβριος 2014), για την απειλή ενός παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού κραχ. Στην έκθεση της του Δεκεμβρίου, θεωρεί την πολιτική των κεντρικών τραπεζών ως το νούμερο ένα πρόβλημα του πλανήτη - με την έννοια πως τόσο οι τράπεζες, όσο και τα χρηματιστήρια, καθώς επίσης η Πολιτική, κρέμονται κυριολεκτικά από τα χείλη των κεντρικών τραπεζιτών, έχοντας απόλυτη εξάρτηση από αυτούς.   

 

Το αφύσικο λοιπόν έχει γίνει φυσιολογικό, το παράλογο λογικό, η ανωμαλία ομαλότητα, αναφέρει έμμεσα η BIS - με αποτέλεσμα ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα να έχει γίνει ασταθές, εύθραυστο και επικίνδυνο.

 

Η κεντρική τράπεζα θεωρεί επίσης την τεχνητή αύξηση της ισοτιμίας του δολαρίου, ως ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα - ειδικά επειδή πολλές υπερχρεωμένες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να χρεοκοπήσουν, εάν συνέχιζε την «υψηλή πτήση» του το δολάριο. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα είχε ανυπολόγιστα αποτελέσματα για τις οικονομίες των κρατών οι οποίες, λόγω της δικτύωσης των τραπεζών μεταξύ τους, θα μπορούσαν να οδηγήσουν ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα στο γκρεμό.

 

Η υπερχρέωση πολλών επιχειρήσεων έχει οδηγήσει σε μία μαζική αύξηση των τιτλοποιήσεων των δανείων - όπου τα δηλητηριώδη πιστωτικά προϊόντα (Collateral Debt Obligations, CDO), τα οποία προκάλεσαν το κραχ του 2008, είναι σήμερα περισσότερα από ποτέ. Με απλά λόγια, όπως το 2008, έτσι και σήμερα, έχουν «συσκευασθεί» τόσο πολλά δάνεια μαζί σε πακέτα, ώστε κανείς δεν γνωρίζει το μέγεθος των κινδύνων που εμπεριέχουν. 

 

Περαιτέρω, η BIS προειδοποιεί επίσης για το ενδεχόμενο ενός χρηματιστηριακού κραχ άνευ προηγουμένου - γεγονός που θυμίζει το πρόσφατο εξώφυλλο του αμερικανικού περιοδικού, το οποίο δεν συνηθίζει να κινδυνολογεί, έχοντας προβλέψει στο παρελθόν ανάλογες καταστάσεις.        

 

Συνεχίζοντας, δεν μπορεί παρά να μας προβληματίζει η πτώση της τιμής του πετρελαίου, η οποία δημιουργεί τεράστια προβλήματα στην οικονομία τόσο της Ρωσίας, όσο και άλλων πετρελαιοπαραγωγών - ειδικά στη Λατινική Αμερική, όπου επίκειται η χρεοκοπία της Βενεζουέλας, η οποία θα συμπαρέσυρε πολλές άλλες χώρες της περιοχής, λόγω της εξάρτησης τους από το φθηνό πετρέλαιο που εισάγουν από τη Βενεζουέλα.

 

Δεν ξεχνάμε άλλωστε πως η κρίση κάποτε της Ασίας είχε μεταφερθεί με ιλιγγιώδη ταχύτητα στη Ρωσία και από εκεί στη Λατινική Αμερική - κάτι πολύ πιο επικίνδυνο σήμερα, αφού ο πλανήτης είναι υπερβολικά δικτυωμένος, λόγω του παγκοσμιοποιημένου χρηματοπιστωτικού συστήματος.

 

Με δεδομένη λοιπόν την πτώση της τιμής του πετρελαίου κατά 40% περίπου, η οποία συνέβη επίσης στο δεύτερο εξάμηνο του 2008, σηματοδοτώντας τη γιγαντιαία χρηματοπιστωτική κατάρρευση που βιώσαμε, οι προειδοποιήσεις της BIS γίνονται πολύ περισσότερο πιστευτές.

 

Πόσο μάλλον όταν οι ενεργειακές εταιρείες χρηματοδοτούνται κυρίως μέσω της αγοράς «ομολόγων σκουπιδιών» (Junk Bonds), στην οποία έχουν μερίδιο 20% - ενώ η κατάρρευση της συγκεκριμένης αγοράς, αποτελούσε ανέκαθεν μία ασφαλή προειδοποίηση για ένα επερχόμενο κραχ.

 

Ολοκληρώνοντας, ειδικά όσον αφορά την Ευρώπη, οι πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα, καθώς επίσης η άσχημη οικονομική κατάσταση της Ιταλίας, η οποία μαζί με τη Γαλλία ενοχοποιεί τη Γερμανία, δεν αποτελούν θετικό σημάδι για την Ευρωζώνη - η οποία ευρίσκεται στα πρόθυρα της διάλυσης. 

Πρόσφατη ανάλυση:

Εγκλωβισμένοι στο ευρώ, στο χρέος και στα μνημόνια

 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
3605 αναγνώστες
Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014
11:31

Στο θέμα του δημοσίου χρέους απέναντι στα κράτη-πιστωτές μας, τα οποία δεν είναι πλέον οι τοκογλύφοι του παρελθόντος, αυτό που θα ζητούσαμε θα ήταν ουσιαστικά, ρεαλιστικά, η μεταφορά της φορολογικής επιβάρυνσης των Ελλήνων, στους Πολίτες των άλλων χωρών.

 

Κάτι τέτοιο είναι αναμφίβολα άδικο, καθώς επίσης πολύ δύσκολο για τις ξένες κυβερνήσεις - οι οποίες στην πραγματικότητα θα πρόδιδαν κυριολεκτικά τους λαούς τους, εάν το αποδεχόταν (με εξαίρεση φυσικά τη Γερμανία, η οποία μας χρωστάει τεράστια ποσά).    

 

Προφανώς οι Πολίτες των χωρών της Ευρωζώνης, οι οποίοι ουσιαστικά ανέλαβαν το ελληνικό δημόσιο χρέος αποπληρώνοντας τους τοκογλύφους (μεταξύ των οποίων και τις δικές τους τράπεζες), δεν έχουν καμία ευθύνη για εκείνο το μέρος του ελληνικού χρέους, το οποίο μας επιβαρύνει ασφαλώς άδικα - προερχόμενο από την πολιτική διαφθορά, από το χρηματισμό Ελλήνων εκ μέρους των πολυεθνικών, για την πώληση των προϊόντων τους σε υψηλές τιμές στη χώρα μας κοκ.

 

Όσον αφορά τώρα το ιδιωτικό χρέος, τυχόν διαγραφή μεγάλου ή μικρότερου μέρους του, θα επιβάρυνε τις τράπεζες που δεν πηγαίνουν ήδη καθόλου καλά (άρθρο), ενώ ανήκουν πλειοψηφικά στο κράτος, μέσω του ΤΧΣ - το οποίο χρηματοδότησαν οι φορολογούμενοι Έλληνες, αφού οι ενισχύσεις των τραπεζικών κεφαλαίων (41 δις € οι πρόσφατες) εγγράφηκαν τον προϋπολογισμό. Επομένως, το κόστος της διαγραφής θα το επωμίζονταν οι ίδιοι οι Έλληνες - ενώ οι Πολίτες που δεν χρωστούν στις τράπεζες, οπότε δεν θα επωφελούνταν από τη διαγραφή, θα ήταν οι μεγάλοι χαμένοι.

 

Εδώ οφείλουμε να σημειώσουμε πως εάν το κράτος κατάφερνε αργότερα να πουλήσει τις μετοχές των τραπεζών που κατέχει, σε φυσιολογικές τιμές, το δημόσιο χρέος θα περιοριζόταν σε μεγάλο βαθμό - γεγονός όμως που δεν διευκολύνεται επίσης καθόλου από τις δημόσιες συζητήσεις περί διαγραφών, λόγω των οποίων καταρρέουν καθημερινά οι τραπεζικές μετοχές.  

 

Συνεχίζοντας, οφείλουμε να γνωρίζουμε ένα ακόμη πρόβλημα που δημιουργείται, από τη στάση της πολιτικής μας ηγεσίας στο θέμα του χρέους: την αδυναμία δανεισμού κράτους και επιχειρήσεων από τις αγορές, με βιώσιμα επιτόκια. Εδώ οφείλουμε να γνωρίζουμε πως το επιτόκιο δανεισμού του δημοσίου, καθορίζει το αντίστοιχο των τραπεζών - οπότε, τις δυνατότητες, καθώς επίσης το επιτόκιο δανεισμού των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών.

 

Όταν λοιπόν η δημόσια τοποθέτηση μας είναι υπέρ της διαγραφής, τότε τα επιτόκια, με τα οποία θα μας δάνειζαν δυνητικά οι αγορές, αυξάνονται εκθετικά - οπότε αδυνατεί να δανεισθεί τόσο το κράτος, όσο και οι τράπεζες. Κανένας δεν δανείζει μία χώρα που σχεδιάζει να μην πληρώσει το 50% των χρεών της, να εξοφλεί τα υπόλοιπα όποτε και αν θέλει, απαιτώντας παράλληλα να συνεχίσουν να τη χρηματοδοτούν με χαμηλά επιτόκια!

 

Κατ' επακόλουθο, δεν μπορούν να εξασφαλίσουν τα χρήματα που χρειάζονται οι επιχειρήσεις, οπότε δεν επενδύουν, υποχρεώνονται σε απολύσεις ή χρεοκοπούν - με δυσμενείς συνέπειες για την ανάπτυξη, για τα έσοδα του δημοσίου, για την ανεργία, καθώς επίσης για τον ήδη αποψιλωμένο παραγωγικό ιστό της πατρίδας μας. Φυσικά δε, κανένας λογικός επενδυτής δεν αγοράζει μετοχές ή ομόλογα των τραπεζών, όταν οι επισφάλειες τους αυξάνονται - επίσης όχι των επιχειρήσεων, γνωρίζοντας πως κινδυνεύουν να χρεοκοπήσουν.

 

Έτσι δημιουργούμε δυστυχώς τις προϋποθέσεις της συνέχισης της παραμονής του ΔΝΤ στην Ελλάδα, της παράτασης των εγκληματικών μνημονίων, της διατήρησης της απώλειας της εθνικής μας κυριαρχίας, της περαιτέρω καταστροφής της οικονομίας μας (η οποία δεν πηγαίνει καθόλου καλά - ανάλυση), της κατάρρευσης του χρηματιστηρίου μας σε απελπιστικά χαμηλό ύψος κοκ. Κυριολεκτικά λοιπόν «βάζουμε τα χεράκια μας και βγάζουμε τα ματάκια μας», κατά τη γνωστή έκφραση.  

 

Περαιτέρω, οι συζητήσεις που γίνονται για τη διαγραφή μέρους του χρέους, την οποία μας έχει ήδη υποσχεθεί η Ευρωζώνη, ενώ είναι όλο και περισσότεροι αυτοί που την προτείνουν (ακόμη και Γερμανοί), οφείλουν φυσικά να συνεχιστούν - να είναι όμως μυστικές, εμπιστευτικές και σε καμία περίπτωση εκβιαστικές. Πόσο μάλλον αφού είμαστε πλέον «δεμένοι χειροπόδαρα», μετά την υπογραφή του PSI και την υπαγωγή των ομολόγων μας στο αγγλικό δίκαιο.

 

Όσον αφορά το ιδιωτικό χρέος, το οποίο συνεχίζει να είναι από τα χαμηλότερα της Ευρώπης, παρουσιάζοντας όμως τεράστιες δυσκολίες στην αποπληρωμή του (λόγω της κατάρρευσης των εισοδημάτων, της εκτόξευσης της ανεργίας, της υπερβολικής φορολόγησης, καθώς επίσης των χρεοκοπιών χιλιάδων επιχειρήσεων), πρέπει να βρεθούν τρόποι που δεν θα θέσουν σε κίνδυνο τις τράπεζες, οι οποίες έτσι και αλλιώς είναι σε εξαιρετικά άσχημη θέση - τουλάχιστον με βάση τα πραγματικά ευρήματα του «τεστ αντοχής» της ΕΚΤ, τα οποία δεν ήταν καθόλου αισιόδοξα (βρίσκονται εδώ, οπότε μπορεί κανείς μόνος του να τα κρίνει).

 

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που απαιτείται από όλους μας είναι ρεαλισμός και πραγματισμός - αφού δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από την ουτοπία, καθώς επίσης από τη διασπορά ψευδών ελπίδων, όσον αφορά τουλάχιστον την οικονομία και την πολιτική.  

 

Απαιτείται επίσης πολιτική σταθερότητα, η οποία δεν αποκλείει βέβαια τις εκλογές, αλλά έχει ανάγκη από τη συμφωνία των δύο μεγαλυτέρων κομμάτων, στα ελάχιστα ζητούμενα: αφενός μεν όσον αφορά τη στάση της χώρας απέναντι στους δανειστές της, όποια και αν είναι, αφετέρου στον τρόπο διαχείρισης των οικονομικών της (προϋπολογισμός κλ.).

 

Ολόκληρο το άρθρο στο:

 

Η αλήθεια για τη διαγραφή χρέους

 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
2086 αναγνώστες
Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014
09:18

Σήμερα είναι η «επέτειος» της μαύρης Δευτέρας του 1987 - μία από τις πολλές φυσικά επετείους έκτοτε, με μία όμως σημαντική διαφορά: οι συνθήκες μοιάζουν απελπιστικά με αυτές εκείνης της εποχής, ενώ το μέγεθος των προβλημάτων είναι εκθετικά μεγαλύτερο.

 

Αναλυτικότερα, η μεγάλη πτώση των τιμών των μετοχών την προηγούμενη εβδομάδα, όπου «κάηκαν» περίπου 3,3 τρις $ μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα,  αφού προηγήθηκε ως συνήθως η κάθοδος των τιμών των εμπορευμάτων, ήταν ανατριχιαστική.

 

Ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα, ο δείκτης κατέρρευσε στις 850 μονάδες, άρχισαν ξανά τα σενάρια εξόδου της από την Ευρωζώνη, ενώ τα επιτόκια δανεισμού της εκτοξεύθηκαν, «εν ριπή οφθαλμού», στο 9%. Υποχώρησαν βέβαια αργότερα, το ελληνικό χρηματιστήριο κατέγραψε μία εντυπωσιακή άνοδο πάνω από 7%, ενώ τα διεθνή αναρριχήθηκαν σημαντικά - τόσο στις Η.Π.Α., όσο και στην Ευρώπη.

 

Εν τούτοις η άνοδος δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως υγιής, αφού οφείλεται κυρίως στην πεποίθηση των επενδυτών ότι, η Fed δεν θα τηρήσει τις εξαγγελίες της - δεν θα σταματήσει δηλαδή τα πακέτα ρευστότητας στα τέλη του μήνα, ενώ θα καθυστερήσει να αυξήσει τα βασικά επιτόκια, παρά το ότι απαιτείται από την εξέλιξη του πληθωρισμού.

 

Οι αγορές  πιστεύουν επί πλέον ότι, είναι μύθος αυτά που ακούγονται, σχετικά με την επαναφορά του ρυθμού ανάπτυξης της αμερικανικής οικονομίας - γεγονός που θα επέτρεπε την αύξηση των επιτοκίων, καθώς επίσης το τελείωμα της ποσοτικής διευκόλυνσης (QE).

 

Ακριβώς για τους λόγους αυτούς συνέχισαν το παιχνίδι στο καζίνο, με λιγότερους ίσως παίχτες (αφού οι προσεκτικοί κατέφυγαν ήδη σε ασφαλή λιμάνια), αλλά με μεγαλύτερο ρίσκο - με υψηλότερα δηλαδή ποσά, μέσω της μόχλευσης.  

 

Όσον αφορά την Ευρώπη, έχει δημιουργηθεί η εντύπωση πως θα ενισχύσει όλες τις χώρες που αντιμετωπίζουν προβλήματα, με κάθε θυσία: μέσω αγορών ομολόγων εκ μέρους της ΕΚΤ, αποδοχής περαιτέρω εγγυήσεων από τις εμπορικές τράπεζες, ακόμη και αμφιβόλου ποιότητας, καθώς επίσης με ότι άλλο χρειαστεί. Ενάντια βέβαια στις αντιρρήσεις της Γερμανίας - ενδεχομένως δε, ανεξάρτητα από την απόφαση του ευρωπαϊκού δικαστηρίου που αναμένεται.

 

Όμως, με δεδομένο το ότι η κρίση χρέους δεν έχει καταπολεμηθεί αλλά, αντίθετα, έχει επιδεινωθεί (ανάλυση), καθώς επίσης λόγω του ότι η κατάσταση σε πολλούς τομείς της αγοράς έχει ξεφύγει από τον έλεγχο (άρθρο), ενώ οι κεντρικές τράπεζες σχεδόν εξάντλησαν εξ ολοκλήρου τα πυρομαχικά τους, δεν μπορεί κανείς να είναι βέβαιος.

 

Υπενθυμίζοντας τώρα το παρελθόν, τη Μαύρη Δευτέρα έβλεπε κανείς χιλιάδες ανθρώπους να κοιτάζουν «αποσβολωμένοι» τις τηλεοράσεις, οι οποίες μετέδιδαν τα νέα των χρηματιστηρίων ολόκληρη σχεδόν την ημέρα - έχοντας κοκκινίσει από τα νούμερα στο κάτω μέρος τους, τα οποία έμοιαζαν τρομακτικά, απόκοσμα, όπως οι ειδήσεις που αναφέρονται στην  κήρυξη ενός παγκοσμίου πολέμου.

 

Ο βασικός αμερικανικός δείκτης έχασε σχεδόν το 25% της αξίας του, ενώ οι περισσότεροι άνθρωποι έβλεπαν ένα χρηματοπιστωτικό σεισμό, τον οποίο δεν είχαν νοιώσει ποτέ στη ζωή τους. Κατά κάποιον τρόπο, το κραχ έμοιαζε με το σταμάτημα ενός ανελκυστήρα στον εκατοστό όροφο, ακολουθούμενο αμέσως μετά από την ελεύθερη πτώση του - με κατεύθυνση το έδαφος, όπου θα συντριβόταν.   

 

Όλοι κοιτούσαν με σοβαρά, συνοφρυωμένα πρόσωπα την «κόκκινη θάλασσα» κάτω από τις τηλεοπτικές οθόνες, αδυνατώντας να πιστέψουν αυτό που έβλεπαν - σαν να είχε εκραγεί ξαφνικά μία ατομική βόμβα, σαν να είχε συμβεί δηλαδή το αδιανόητο.

 

Επιστρέφοντας στο παρόν το γεγονός ότι, στη βιομηχανική Δύση το συνολικό χρέος έχει φτάσει στο 275% του ΑΕΠ, πως έχει αυξηθεί δηλαδή πάνω από 20% σε σχέση με το ξεκίνημα της κρίσης (2007), ενώ το αντίστοιχο των αναπτυσσομένων οικονομιών ξεπέρασε ήδη το 175%, είναι από μόνο του αρκετά ανησυχητικό - δεν επιτρέπει λοιπόν μεγάλη αισιοδοξία, ενώ δεν στηρίζει σε καμία περίπτωση τις σημερινές αξίες των χρηματιστηρίων.

 

Αυτό δεν σημαίνει πως θα συμβεί υποχρεωτικά το αδιανόητο, αλλά δεν αποτελεί σίγουρα καμία εγγύηση για την αποφυγή του. Ευχόμαστε και ελπίζουμε βέβαια πως θα αποφευχθεί η κατάρρευση, έστω την τελευταία στιγμή, χωρίς όμως να γνωρίζουμε το πώς θα επιτευχθεί το θαύμα.

 

Το τέρας του χρέους (α)

 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
2732 αναγνώστες
Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2014
15:53

Υπάρχουν δύο βασικές ομάδες επικίνδυνων χρηματοπιστωτικών κρίσεων: οι τραπεζικές κρίσεις, καθώς επίσης οι κρίσεις υπερχρέωσης των κρατών (δημοσιονομικές). Ο «μηχανισμός» τους δε είναι ουσιαστικά ο ίδιος: για μία σειρά ετών αυξάνονται γρήγορα τα χρέη τα οποία, όταν αλλάζουν οι «διαθέσεις», προκαλούν μεγάλες ζημίες στην ανάπτυξη. Υπάρχουν φυσικά σημαντικές διαφορές μεταξύ τους, οι οποίες προκύπτουν από την εκάστοτε ανάλυση:

 

(α)  Οι τραπεζικές κρίσεις: Προέρχονται από δύο διαφορετικές «κατευθύνσεις» - από το εξωτερικό, καθώς επίσης από το εσωτερικό (πηγή). Οι ελληνικές τράπεζες βιώνουν μία εσωτερική κρίση, μετά την υπογραφή του PSI, όπου το κράτος διέγραψε ένα μεγάλο μέρος των απαιτήσεων τους προς αυτό (ομόλογα) - αφού δεν ήταν εκτεθειμένες στο εξωτερικό, όπως οι ιρλανδικές, οι ισπανικές, οι αυστριακές κοκ. τράπεζες.   

 

Η κρίση αυτή επιδεινώθηκε λόγω της πολιτικής που επιβλήθηκε από την Τρόικα, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα την εκτόξευση των επισφαλειών τους - λόγω της εύλογης αδυναμίας των Ελλήνων, να εξυπηρετήσουν τα δάνεια τους.

 

(β)  Οι κρίσεις υπερχρέωσης του δημοσίου: Στις κρίσεις αυτές κυριαρχεί συνήθως το εξωτερικό - ενώ το βασικό σενάριο τους είναι το εξής:

 

Οι κρίσεις υπερχρέωσης του δημοσίου

 

Η χρεοκοπία του δημοσίου, η οποία πολύ συχνά επιδεινώνεται από τυχόν διεφθαρμένα πολιτικά κόμματα, τα οποία «λυμαίνονται» την εξουσία, έχει συνήθως τέσσερα στάδια. Αναλυτικότερα τα παρακάτω: 

 

(α)  Οι ξένοι επενδυτές, καθώς επίσης οι τράπεζες, είναι πεπεισμένοι σχετικά με το ότι, οι αναπτυξιακές δυνατότητες μίας χώρας είναι μεγάλες - για πολλούς και διάφορους λόγους (στην περίπτωση της Ελλάδας, κυρίως λόγω της συμμετοχής της στην Ευρωζώνη και στην ΕΕ).

 

(β)  Σας αποτέλεσμα της παραπάνω πεποίθησης, εισρέουν στη χώρα ξένα κεφάλαια, σε φθηνές τιμές (χαμηλά επιτόκια) - οπότε πυροδοτείται επί πλέον η ανάπτυξη. Λόγω της ανάπτυξης, τόσο οι τράπεζες, όσο και οι επενδυτές ενθαρρύνονται, θέτοντας στη διάθεση της οικονομίας περισσότερα κεφάλαια, με λιγότερες εγγυήσεις - με αποτέλεσμα να αυξάνεται γρήγορα το δημόσιο χρέος (συνήθως και το ιδιωτικό, όπως φαίνεται από τον Πίνακα που ακολουθεί).

 

ΠΙΝΑΚΑΣ: Εξέλιξη ιδιωτικού χρέους επιλεγμένων χωρών της Ευρωζώνης ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, 1999-2012

 

Έτος

Γερμανία

Ελλάδα

Ισπανία

Γαλλία

Ιταλία

Πορτογαλία

 

 

 

 

 

 

 

1999

124,0

52,4

96,7

95,5

74,7

144,3

2000

127,4

55,2

106,3

101,0

79,0

154,7

2001

128,0

62,8

114,2

106,3

83,1

165,9

2002

127,2

67,0

121,2

106,0

86,1

169,4

2003

127,2

70,9

131,6

105,6

90,0

176,1

2004

123,2

77,5

143,1

107,3

93,7

175,7

2005

121,0

88,9

160,8

111,9

100,2

184,4

2006

117,7

97,1

184,6

115,6

106,7

192,4

2007

114,1

106,3

200,1

120,0

114,4

202,9

2008

113,2

118,1

205,5

126,6

118,8

215,9

2009

116,5

122,2

212,8

134,6

125,2

224,5

2010

110,6

127,6

213,3

136,4

126,3

222,2

2011

107,1

129,2

205,7

138,5

125,8

222,1

2012

106,7

129,1

194,4

140,6

126,4

223,7

* Το δημόσιο χρέος της Ελλάδας το 1999 ήταν στο 94% του ΑΕΠ της, της Γερμανίας στο 61,3% και της Ιταλίας στο 113,1%. Της Γαλλίας στο 58,9%, της Ισπανίας στο 62,4% και της Πορτογαλίας στο 49,4%.  

Πηγή: IMF

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

(γ)  Στη συνέχεια, μία πολιτική κρίση, μία αδυναμία του ρυθμού ανάπτυξης, μία παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση (όπως αυτή του 2008) ή κάποιο άλλο γεγονός, οδηγεί τους επενδυτές και τις τράπεζες σε «εκ βάθρων» αντίθετες εκτιμήσεις για τη χώρα - με αποτέλεσμα να της παρέχουν μόνο βραχυπρόθεσμα δάνεια, με υψηλά επιτόκια.

 

(δ)  Η χώρα βυθίζεται σταδιακά στην παγίδα του χρέους, στον καθοδικό σπειροειδή κύκλο, επειδή τα υψηλότερα επιτόκια αποδυναμώνουν περαιτέρω το ρυθμό ανάπτυξης. Το γεγονός αυτό προκαλεί πολιτική αστάθεια, εκροή κεφαλαίων, καθώς επίσης, τελικά, το «σφράγισμα» των ξένων πηγών δανεισμού και επενδύσεων. Αμέσως μετά η χώρα χρεοκοπεί, αδυνατώντας να εξυπηρετήσει τα χρέη της. 

 

Όλα τα παραπάνω συμβαίνουν ξανά και ξανά στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, όπως στη Λατινική Αμερική, στην Ανατολική Ευρώπη, στην Τουρκία, στην υπόλοιπη Ασία κοκ. - επειδή οι επενδυτικές υπερεκτιμούν κατά καιρούς τις δυνατότητες τους. Έχουν συμβεί όμως και σε βιομηχανικές χώρες, κυρίως στο μεσοδιάστημα των δύο παγκοσμίων πολέμων - γεγονός που επεξηγεί το μέγεθος της κρίσης του 1929, η οποία ήταν καταστροφική όσον αφορά την Ευρώπη και κυρίως τη Γερμανία.

 

Επίλογος

 

Η λύση της κρίσης χρέους της Ευρώπης δεν μπορεί να επιτευχθεί από τα επί μέρους κράτη της, όσο και αν προσπαθήσουν - αφού πρέπει να επιλυθεί προηγουμένως το μεγάλο πρόβλημα του ευρώ, με τους δύο ενδεχόμενους τρόπους που έχουμε ήδη αναφέρει (ανάλυση).       

 

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως τα κράτη της Ευρωζώνης δεν πρέπει να δρομολογήσουν τις απαιτούμενες διαρθρωτικές αλλαγές - οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με την επιβαλλόμενη πολιτική λιτότητας.

 

Σημαίνει όμως πως μόνο με αυτόν τον τρόπο, δεν πρόκειται να καταπολεμηθεί η κρίση - η οποία πρέπει να αντιμετωπισθεί, όπως συνέβη μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο: με διαγραφές η πάγωμα χρεών όπου απαιτείται, με επιμηκύνσεις του χρόνου αποπληρωμής, με χαμηλά επιτόκια, καθώς επίσης, κυρίως, με ένα σχέδιο ανάπτυξης, ανάλογο με το αμερικανικό «Marshall plan». Την άποψη μας αυτή την έχουμε εκφράσει ήδη από το 2010 - όταν κορυφώθηκε η κρίση και η Ελλάδα απειλούταν με την εισβολή τότε του ΔΝΤ (αργότερα επίσης).   

 

Αυτό χρειάζεται η Ελλάδα, καθώς επίσης η υπόλοιπη Ευρώπη - γεγονός από το οποίο συμπεραίνεται πως η πολιτική αστάθεια και οι εκλογές δεν λύνουν κανένα απολύτως πρόβλημα. Ωφελούν απλά και μόνο αυτούς που αναφέραμε, ενώ ασφαλώς επιδεινώνουν τις προοπτικές της χώρας και των Πολιτών της. 

 

Είναι βέβαια η υποκειμενική μας άποψη, τεκμηριωμένη όσο γίνεται με την ανάλυση μας, χωρίς όμως να θεωρούμε πως αποτελεί νομοτέλεια - συνεχίζοντας να πιστεύουμε πως αυτό που χρειάζεται σήμερα η Ελλάδα είναι η κοινωνική συνοχή, καθώς επίσης η έντιμη συνεργασία των πολιτικών κομμάτων μεταξύ τους, αφού κανένα δεν διαθέτει το μαγικό ραβδί που ισχυρίζεται.

 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
3852 αναγνώστες
Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014
16:56

«Ο διοικητής της ΕΚΤ μοιάζει με εκείνον τον οδηγό, ο οποίος προσπαθεί συνεχώς να γεμίσει με βενζίνη το ρεζερβουάρ του αυτοκινήτου του, παρά το ότι είναι γεμάτο μέχρι επάνω – αδυνατώντας να καταλάβει πως το «όχημα» δεν έμεινε στο δρόμο λόγω έλλειψης βενζίνης, αλλά επειδή χάλασε το κιβώτιο ταχυτήτων του.

 

Όσο για την διοικητή της Fed, μοιάζει με κάποια που προσπαθεί εναγωνίως να κρατήσει κλειστό το καπάκι ενός καζανιού που βράζει, τροφοδοτώντας συνεχώς με περισσότερα ξύλα τη φωτιά που έχει ανάψει από κάτω του - αδυνατώντας να καταλάβει πως με τον τρόπο αυτό θα προκαλέσει μία, μοναδική στην ιστορία, έκρηξη«.

.

**************************************

 

Είναι αρκετοί αυτοί που πιστεύουν πως ζούμε σε ένα αμιγώς καπιταλιστικό περιβάλλον – με αποτέλεσμα να κατηγορούν το σύστημα της ελεύθερης αγοράς, για όλα τα δεινά που βιώνουν.

 

Εν τούτοις, από καθαρά οικονομικής πλευράς, ο καπιταλισμός, μετά τον «κανιβαλισμό» που υπέστη από το νεοφιλελευθερισμό, έχει πάψει πια να υπάρχει – με ημερομηνία οριστικού θανάτου του το ξέσπασμα της κρίσης, το 2008, καθώς επίσης με πιθανότερο απόγονο του μία νέα φεουδαρχία.

 

Ειδικότερα, στο σύστημα της ελεύθερης αγοράς, το κράτος δεν μπορεί να εθνικοποιεί τις τράπεζες – κοινωνικοποιώντας τις ζημίες τους όταν υπερχρεώνονται, ευρισκόμενες στα όρια της χρεοκοπίας. Δεν μπορεί επίσης να δημεύει την περιουσία των μετόχων ή τις καταθέσεις των αποταμιευτών, όπως διαπιστώθηκε στο παράδειγμα της Κύπρου – ενώ θα επαναληφθεί ασφαλώς και σε άλλες χώρες.

 

Περαιτέρω, δεν έχει το δικαίωμα να υπεξαιρεί την περιουσία των Πολιτών του, επιβάλλοντας τους υπερβολικούς φόρους και χαράτσια – αφού προηγουμένως τους έχει καταδικάσει σε μειώσεις μισθών και στην ανεργία. Πόσο μάλλον να κατάσχει τις εισφορές τους στα ασφαλιστικά ταμεία, συρρικνώνοντας παράλληλα τις υπηρεσίες του – για να μειώσει τα χρέη που συσσώρευσαν οι ανίκανες κυβερνήσεις του.

 

Προφανώς δε, απαγορεύεται οι κεντρικές τράπεζες να επεμβαίνουν στις αγορές – όπως για παράδειγμα η Fed, η οποία «παρεμβαίνει» στον αμερικανικό δείκτη S&P, στο 85% περίπου των ημερών διαπραγμάτευσης, χειραγωγώντας παράλληλα την αγορά του χρυσού.

Πολλά από αυτά είναι χαρακτηριστικά στοιχεία του συστήματος του κομμουνισμού, με την οικονομική έννοια της κεντρικά κατευθυνόμενης οικονομίας - η οποία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διάσωση του καπιταλισμού.

 

Απλούστερα, η διάσωση του καπιταλισμού, εν μέρει με τη βοήθεια μεθόδων του κομμουνισμού, μοιάζει με έναν άνευ προηγουμένου παραλογισμό – ο οποίος έχει μέχρι στιγμής σαν αποτέλεσμα την αύξηση του παγκοσμίου χρέους κατά 43% σε σχέση με το 2008, τον υπερβολικό πλουτισμό της ελίτ, καθώς επίσης την απελπιστική υπερχρέωση πολλών χωρών, τραπεζών, επιχειρήσεων και νοικοκυριών.

 

Επίσης, τον πολλαπλασιασμό των χάρτινων χρημάτων χωρίς αντίκρισμα, σε επίπεδα μοναδικά στην ιστορία, την εκτόξευση των «στοιχημάτων» στα ύψη, σε χρηματιστήρια που έχουν μετατραπεί σε καζίνο, όπως και την κλιμάκωση της εξαθλίωσης στις περισσότερες χώρες.

 

Ουσιαστικά λοιπόν, μεταξύ άλλων με τη βοήθεια κομμουνιστικών μεθόδων, οι οποίες βέβαια χρησιμοποιούνται «κατά το δοκούν», αγοράσθηκε χρόνος το 2008, σε μία εξαιρετικά ακριβή τιμή – με αποτέλεσμα να συσσωρευτούν τόσα πολλά χρέη, τα οποία είναι αδύνατον ποτέ να πληρωθούν.

 

Η λιτότητα δε, η οποία επιβάλλεται από τη Γερμανία, επειδή η οικονομία της εκτρέφεται από αυτήν, δεν πρόκειται να αποφέρει τίποτα – απλά επιβραδύνει το αναμενόμενο κραχ, από το οποίο ελάχιστοι θα διασωθούν, εάν του επιτραπεί να συμβεί ανεξέλεγκτα.

 

Θλιβερά, οδυνηρά θύματα θα είναι κυρίως εκείνοι οι Πολίτες, οι οποίοι θα κληθούν τελικά να πληρώσουν το λογαριασμό – αν και είναι οι τελευταίοι που ευθύνονται για την καταστροφή. Με δεδομένο όμως το ότι, έχουν επιλέξει δυστυχώς την «αποστασιοποίηση» τους, αντί την ενεργό συμμετοχή και αντίδραση, δεν θα έχουν κανένα λόγο να παραπονεθούν, όταν συμβεί το μοιραίο.

 

Νεώτερο άρθρο:

 

Χρεοκοπία, το ελιξίριο του καπιταλισμού  

 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
«Πρώτη<123456789>Τελευταία»

Σχετικά με το blog
Μακροοικονομικά θέματα, πολιτικές απόψεις και μικροοικονομικές αναλύσεις.
Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις