Βασίλης Βιλιάρδος
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Λίγα λόγια για εμένα
Είμαι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχω εκδώσει το βιβλίο «Υπέρβαση Εξουσίας» και γράφω οικονομικές αναλύσεις σε έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ. Πρόσφατες εκδόσεις "Η κρίση των κρίσεων" σε τρία βιβλία.
Σύνδεσμοι


4867 αναγνώστες
6 σχόλια
 Όλα τα σχόλια για το άρθρο
Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009
13:01

Επειδή φαίνεται ότι επιταχύνονται πολλά γεγονότα, τόσο σε σχέση με τη χώρα μας, όσο και διεθνώς (πρόσφατα οι αμφιβολίες για τη δυνατότητα του Dubai να εκπληρώσει δανειακές του υποχρεώσεις), παραθέτουμε ένα προηγούμενο άρθρο μας (από τις 02.10.09), στο οποίο όμως κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε τα εξής:

 

(α)  Τα τρία διαδοχικά στάδια της ύφεσης προφανώς δεν συμπίπτουν χρονικά σε όλες τις οικονομίες του πλανήτη, αλλά εξαρτώνται άμεσα από τον «οργανισμό» της κάθε χώρας. Δηλαδή, υπάρχουν κράτη που, διαθέτοντας ισχυρότερες «αντιστάσεις» (οικονομική ευρωστία, ανταγωνιστικές δυνατότητες, κοινωνική συνοχή, δημοσιονομική πειθαρχία, λειτουργικό κρατικό μηχανισμό κλπ), είναι σε θέση να ανταπεξέλθουν καλύτερα με την παρούσα χρηματοπιστωτική, πολιτισμική και «αναδιανεμητική» κρίση. Αντίθετα, για κάποια άλλα με «ευαίσθητο» οργανισμό, η κρίση μπορεί να προκαλέσει ακόμη και το τέλος τους (δηλαδή, την απώλεια της ελευθερίας και την εξάρτηση τους από άλλα κράτη ή διεθνείς οργανισμούς).   

 

(β)  Ανάλογα με τον «οργανισμό» του εκάστοτε κράτους (η οικονομία έχει αρκετές ομοιότητες με τη βιολογία), διαφοροποιείται το χρονικό σημείο έλευσης των διαδοχικών αναταράξεων. Για παράδειγμα, η Ελλάδα διανύει πιθανότατα τα τελευταία «μέτρα» του πρώτου σταδίου της ύφεσης, η Γερμανία ευρίσκεται ήδη στο δεύτερο στάδιο, ενώ οι Η.Π.Α. «προσπαθούν» (αλλά δεν τα καταφέρνουν, αφού η Fed δήλωσε πρόσφατα ότι θα συνεχίσει δυστυχώς να αγοράζει μακροπρόθεσμα ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου, τα οποία πλέον έχουν μηδενική απόδοση – όπως το 1938!) να εισέλθουν στο τρίτο  - για τις χώρες με την κοινή ονομασία «BRIC» ισχύουν διαφορετικά πράγματα, όπως για την Ιαπωνία και τις υπόλοιπες.  

 

(γ)  Το «ευρωπαϊκό δίλλημα» γίνεται πλέον εξαιρετικά «επίκαιρο» και θα πρέπει να υπάρξουν σημαντικές, υπεύθυνες αποφάσεις εκ μέρους όλων των κρατών-μελών της Ε.Ε., αλλά και των Πολιτών τους, το συντομότερο δυνατόν – πριν ακόμη δηλαδή χρεοκοπήσει κάποια χώρα (η πτώχευση «υπεισέρχεται» ουσιαστικά εκείνη τη χρονική στιγμή που ένα κράτος δηλώνει αδυναμία πληρωμής κάποιας υποχρέωσης του, επειδή δεν μπορεί πια να δανεισθεί από τις διεθνείς αγορές) ή υποχρεωθεί να «υποταχθεί» στο ΔΝΤ, γεγονός που, ιδιαίτερα σε περιόδους ύφεσης, είναι καταστροφικό (κατά την υποκειμενική μας πάντοτε άποψη).

 

(δ)  Η ύφεση στη δύση είναι μάλλον «L» και όχι «double deep» ή «W» που διαβάζουμε, αφού οι δύο τελευταίοι «συμβολισμοί» (χρησιμοποιούνται επειδή οι άνθρωποι κατανοούν καλύτερα τα σύμβολα από τις λέξεις) υποδηλώνουν άνοδο στο τέλος τους, ενώ η «L» κάτι εντελώς διαφορετικό: πτώση και παραμονή σε χαμηλότερα επίπεδα από το παρελθόν. Για την ύφεση «L» παραπέμπουμε στο άρθρο μας:

 

Αθήνα, 26. Νοεμβρίου 2009

Βασίλης Βιλιάρδος

 

 

ΣΥΣΤΗΜΙΚΕΣ ΑΝΑΤΑΡΑΞΕΙΣ

Η ελπίδα μας για μία αυτόνομη κοινωνία, τα τρία διαδοχικά στάδια της ύφεσης, η εξέλιξη της παγκόσμιας αναδιανομής εισοδημάτων, οι διεθνείς εξαρτήσεις και το δίλλημα της Ευρώπης

 

 

Ήδη από το ξεκίνημα της χρηματοπιστωτικής κρίσης είχαμε την άποψη ότι δεν πρόκειται για ένα «μεμονωμένο» φαινόμενο, για την αρχή (ή το τέλος) ενός συνηθισμένου οικονομικού κύκλου - πόσο μάλλον για μία απλή επανάληψη του παρελθόντος. Θωρήσαμε ότι πρόκειται για ένα γεγονός ευρύτερης σημασίας, για έναν πρωτοφανή, παγκόσμιο οικονομικό πόλεμο «εν εξελίξει», ο οποίος δεν θα έχει μόνο «υλικές» συνέπειες για τον πλανήτη – όπως, για παράδειγμα, μία παγκόσμια αναδιανομή εισοδημάτων, στην οποία θα συμμετέχουν με αξιώσεις οι νέες καπιταλιστικές Οικονομίες (σύμφωνα με δημοσιεύματα, 800 εκ. νέα άτομα έχουν εισέλθει στη μεσαία καπιταλιστική τάξη – πολύ περισσότερα δηλαδή από τα αντίστοιχα στην Ε.Ε., στην Ιαπωνία και στις Η.Π.Α. μαζί).

 

Κατά τη γνώμη μας, με κριτήριο αυτά που ήδη φαίνεται καθαρά ότι συμβαίνουν, η παρούσα οικονομική κρίση θα καταγραφεί σαν εκείνο το σημείο καμπής στην Ιστορία, στο οποίο έγινε απολύτως κατανοητό ότι τελείωσε η, από πολλούς αιώνες τώρα, κυριαρχία της «Δύσης» στον πλανήτη. Οι «φυγόκεντρες εξαρτήσεις» που έχουν «εξ ανάγκης» δημιουργηθεί, οι ενδεχομένως απλές εξαρτήσεις και οι μάλλον «κεντροφόρες»  (θα τις αναλύσουμε παρακάτω), δε μπορεί παρά να οδηγήσουν σε αλλαγές συσχετισμών παγκοσμίως οι οποίες, αθροιζόμενες στα μεγάλα οικονομικά αδιέξοδα (αυτονόμηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, νέα χρηματιστηριακά όπλα μαζικής καταστροφής, υπερχρέωση των Η.Π.Α. και της Μ. Βρετανίας, πιστωτική παγίδα, ετεροβαρές ρίσκο κλπ) που παρατηρούνται, θα προκαλέσουν πιθανότατα έντονες πολιτικές αντιδράσεις, ποικίλες κοινωνικές αναταραχές και ευρύτερες «πλανητικές» αναταράξεις.   

 

Έχουμε την ελπίδα ότι επειδή ο χρόνος, ο ρυθμός δηλαδή με τον οποίο το μέλλον εισβάλλει στο παρόν, έχει σε μεγάλο βαθμό διαφοροποιηθεί, η Πολιτική θα υποχρεωθεί κάποια στιγμή να ηγηθεί των εξελίξεων, επιταχύνοντας τες. Εάν μέσα από αυτές τις διαδικασίες προκύψει μία «αυτόνομη κοινωνία» (ένα δίκαιο και αξιοπρεπές πολιτικό σύστημα, συνεχώς ρυθμιζόμενο σύμφωνα με τη βούληση των ελεύθερων Πολιτών που τελικά θα το δημιουργήσουν, χωρίς εθνικούς ή άλλους περιορισμούς και επεκτεινόμενο σε διακρατικά σχήματα όπως η Ε.Ε.), τότε οι αναταράξεις θα έχουν αναμφίβολα συνεισφέρει τα μέγιστα στη μακροπρόθεσμη πορεία μας προς την ουσιαστική παγκοσμιοποίηση.  

 

ΤΑ ΤΡΙΑ ΣΤΑΔΙΑ ΤΗΣ ΥΦΕΣΗΣ

 

Ξεκινώντας την ανάλυση μας από την οικονομική κρίση, διαπιστώνουμε εύκολα ότι πρόκειται για ένα γεγονός που εξελίσσεται σε τουλάχιστον τρία διαφορετικά στάδια, με απώτερη πιθανότερη κατάληξη (τίποτα δεν είναι βέβαιο στην Οικονομία στην οποία, όπως ήδη και σε πολλές «θετικές» επιστήμες, κυριαρχεί η θεωρεία των πιθανοτήτων) μία Ύφεση «τύπου L» (σχετικά απότομη πτώση – σταθεροποίηση στο κατώτερο επίπεδο). Φαίνεται ότι δεν αφήσαμε την Ύφεση πίσω μας, δεν την ξεπεράσαμε δηλαδή ολοκληρωτικά, αλλά μόνο το αρχικό στάδιο της, ενώ η παγκόσμια Οικονομία θα βιώσει «κατ’ ελάχιστον» έναν οικονομικό κύκλο τριών έντονων διαδοχικών αναταράξεων, μέσα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα.

 

Αναμφίβολα το πρώτο στάδιο, η χρηματοπιστωτική κρίση δηλαδή, ξεπεράστηκε με τις συντονισμένες ενέργειες των Κυβερνήσεων και των Κεντρικών τραπεζών παγκοσμίως. Οι τεράστιες ποσότητες ρευστότητας που διοχετεύθηκαν στο σύστημα διεθνώς, κατάφεραν τελικά να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα - αν και για πολλούς δημιούργησαν τις πλέον κατάλληλες προϋποθέσεις για ένα επόμενο, κατά πολύ μεγαλύτερο («δημοσιονομικό»).

 

Το δεύτερο στάδιο που θα ακολουθήσει, θα οφείλεται στην περαιτέρω αύξηση της ανεργίας, η οποία θα προέλθει από τη μείωση της βιομηχανικής παραγωγής (για παράδειγμα, οι εξαγωγές της Γερμανίας, της Ιαπωνίας και άλλων χωρών έχουν μειωθεί κατακόρυφα, η αυτοκινητοβιομηχανία συντηρήθηκε σε κάποιο βαθμό από τις εκπτώσεις, καθώς επίσης από τις επιδοτήσεις, η ανεργία από τη μερική απασχόληση κλπ.). Το γεγονός αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα τη συνεχή μείωση των εισοδημάτων, κάτι που θα προκαλέσει αναπόφευκτα τον περιορισμό της ζήτησης -  οπότε τη δεύτερη συνεχόμενη Ύφεση, πάρα πολύ σύντομα. Σε κάποιο σημείο της βέβαια θα διακοπεί «προς στιγμήν», όχι μόνο επειδή η προηγηθείσα πτώση ήταν εξαιρετικά έντονη, αλλά κυρίως λόγω του ότι η κρίση άφησε πίσω της «άδειες αποθήκες», οι οποίες θα πρέπει να γεμίσουν ξανά για να ανταποκριθούν στην έστω μειωμένη ζήτηση.    

  

Το τελευταίο στάδιο υπολογίζεται ότι θα ακολουθήσει κάπου στο τρίτο τρίμηνο του 2010, όταν βέβαια οι κεντρικές τράπεζες, εάν τελικά το «επιτρέψει» η ανεργία, «δρομολογήσουν» τον περιορισμό των μέτρων στήριξης της Οικονομίας – ειδικά όταν η Fed αρχίσει να «απορροφάει» την τεράστια ποσότητα των χρημάτων που έχει διοχετεύσει στις Η.Π.Α. για πρώτη φορά στην Ιστορία της (οπότε μειονεκτεί σε εμπειρία) και αυξήσει τα επιτόκια της. Οι ενέργειες αυτές («αναρρόφηση» της ρευστότητας), θα προβληματίσουν σε πολύ μεγάλο βαθμό τις ήδη καταπονημένες Οικονομίες, οπότε το τρίτο «κύμα» της Ύφεσης θεωρείται εξαιρετικά πιθανό.

 

Για την ισχυροποίηση της άποψης αυτής ίσως οφείλουμε να αναφέρουμε ότι, το 40% των ευρωπαίων managers (σε δείγμα 500 ερωτηθέντων) πιστεύει ότι η αναθέρμανση της Οικονομίας θα διαρκέσει μόλις μερικούς μήνες. Κατά του ίδιους, ενισχυτικό των φόβων τους είναι η παρατηρούμενη αστάθεια του τραπεζικού συστήματος (72%), αμέσως μετά η διαφαινόμενη αύξηση των τιμών των πρώτων υλών (45%), καθώς επίσης ο «προστατευτισμός» που θεωρούν ότι τελικά θα επικρατήσει διεθνώς (41%).  

 

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΑΝΑΔΙΑΝΟΜΗ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΩΝ

 

Όσον αφορά τώρα την παγκόσμια αναδιανομή εισοδημάτων, τη μείωση δηλαδή των μισθών (εσόδων, κερδών κλπ) στη «δύση», καθώς επίσης την αύξηση τους στα αναπτυσσόμενες χώρες, μέχρι το σημείο ισορροπίας τους, έως το «σημείο τομής» καλύτερα, οι πίνακες που ακολουθούν είναι αρκετά αντιπροσωπευτικοί:

 

  • Δεκαετής πρόγνωση της οικονομικής ανάπτυξης

 

            ΔΥΤΙΚΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΕΣ               ΑΝΑΠΤΥΣΣΟΜΕΝΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΕΣ            

Η.Π.Α.

2,6

Κίνα

9,8

Γαλλία

2,1

Ινδία*

7,1

Γερμανία

1,5

Ρωσία

6,9

Ιαπωνία

1,3

Βραζιλία

3,4

Πηγή: MM (Goldman Sachs, EKT, Thomson Datastream, ΔΝΤ)

* Η Ινδία, σε αντίθεση με την Κίνα, στηρίζει την ανάπτυξη στην εσωτερική αγορά

 

  • Συναλλαγματικά Αποθέματα σε δις $

 

BRIC (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα)

2.769

Ευρωπαϊκή Ένωση

   590

Η.Π.Α.

     75

Πηγή: MM (Goldman Sachs, EKT, Thomson Datastream, ΔΝΤ)

 

  • Δημόσιο χρέος  σε ποσοστά του ΑΕΠ, πρόγνωση για το 2014

 

Μέσος όρος των αναπτυγμένων Οικονομιών του G20

114%

Μέσος όρος των αναπτυσσόμενων Οικονομιών του G20

 35%

Πηγή: MM (Goldman Sachs, EKT, Thomson Datastream, ΔΝΤ)

 

Όπως φαίνεται καθαρά, υπάρχουν τεράστιες διαφορές στην οικονομική ανάπτυξη και στα συναλλαγματικά αποθέματα, ενώ διαπιστώνονται τα υψηλά «περιθώρια χρέωσης» των αναπτυσσομένων Οικονομιών, σε σύγκριση τουλάχιστον με την υπερχρέωση των ανεπτυγμένων. Τα γεγονότα αυτά οδηγούν με σχετική ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι, η αναδιανομή των εισοδημάτων παγκοσμίως έχει πάρει ήδη το δρόμο της. Συμπληρωματικά οφείλουμε να τονίσουμε πως η προβλεπόμενη ανάπτυξη των μεγάλων «δυτικών» οικονομιών θα είναι κατά πάσα πιθανότητα «εντάσεως ανεργίας» (θα στηριχθεί στη γνώση, στην υψηλή τεχνολογία δηλαδή κ.α.), ενώ αυτή των αναπτυσσομένων «εντάσεως απασχόλησης» (θα στηριχθεί κυρίως στην παραγωγή καταναλωτικών αγαθών, στις υποδομές κλπ).     

 

Περαιτέρω, σε σχέση με τις διάφορες, μη ισορροπημένες εξαρτήσεις «διπλής κατεύθυνσης» που έχουν δημιουργηθεί (θα οδηγήσουν πιθανότατα στις αλλαγές συσχετισμών που αναφέραμε), θα περιορισθούμε στις τρείς σημαντικότερες: Στην εξάρτηση Η.Π.Α. και Κίνας, στην εξάρτηση Ευρώπης και Ρωσίας, καθώς επίσης στην εξάρτηση των χωρών της Ε.Ε. μεταξύ τους.

 

Η ΦΥΓΟΚΕΝΤΡΗ ΕΞΑΡΤΗΣΗ  Η.Π.Α. & ΚΙΝΑΣ

 

Μετά τη χρεοκοπία της Lehman Brothers, τόσο η Κυβέρνηση, όσο και η Κεντρική τράπεζα της χώρας (Fed) δραστηριοποιήθηκαν στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Κρατικοποίησαν τράπεζες, εξαγόρασαν άχρηστα περιουσιακά στοιχεία και τροφοδότησαν με τόση ρευστότητα την Οικονομία τους, όσο ποτέ άλλοτε στην Ιστορία. Μέχρι στιγμής, υπάρχουν στη διάθεση της αμερικανικής Οικονομίας για τη διάσωση της περίπου 11 τρις $ - ποσόν που είναι ίσο με όλα τα κέρδη των αμερικανικών επιχειρήσεων αυτόν τον αιώνα (πηγή: Spiegel).

 

Ακόμη και το 2008, τα κέρδη του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού κλάδου αποτελούσαν το 40% των κερδών όλων των επιχειρήσεων της χώρας. Μόνο το προηγούμενο έτος, η ποσότητα των χρημάτων που τέθηκαν σε κυκλοφορία (Μ3 όπως ονομάζεται, ενώ διατηρείται μυστική) αυξήθηκε κατά 17% (για σύγκριση, στην ΕΕ αυξήθηκε την ίδια περίοδο κατά 6%).

 

Οι Ισολογισμοί των αμερικανικών τραπεζών είναι σήμερα (σκόπιμα) πιο αδιαφανείς και νεφελώδεις από ποτέ. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, μόλις το 33% των τοξικών δανείων έχουν «αποσβεσθεί» από τους Ισολογισμούς των διαφόρων τραπεζών, με αποτέλεσμα οι τιμές των μετοχών τους να στηρίζονται ακόμη σε φανταστικές αξίες.

 

Το πρόβλημα της υπερσυγέντρωσης, της δημιουργίας δηλαδή όλο και μεγαλύτερων επιχειρήσεων μονοπωλιακού χαρακτήρα και «συστημικού» κινδύνου, όχι μόνο δεν λύνεται, αλλά διογκώνεται περαιτέρω.

 

Η Wells Fargo εξαγόρασε την τέταρτη μεγαλύτερη αμερικανική τράπεζα, τη Wachovia, διαθέτοντας πλέον 138% περισσότερο ενεργητικό από αυτό που είχε πριν από την κρίση. Η J.P. Morgan Chase, μετά την εξαγορά της Bear Sterns και της Washington Mutual αύξησε το ενεργητικό της κατά 39%. Η Bank of America διπλασίασε το ενεργητικό της, μετά την εξαγορά της Countrywide και της Merrill Lynch. «Τα ολιγοπώλια ισχυροποίησαν τη θέση τους», μας λέει χαρακτηριστικά ο πρώτος οικονομολόγος της Moodys.

 

Παρεμπιπτόντως η Fed, αγοράζοντας η ίδια τα ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου που δεν βρίσκουν αποδέκτη κλπ, αύξησε τον Ισολογισμό της κατά περίπου 144%, αποκτώντας έτσι τον τίτλο της πλέον αναπτυσσόμενης τράπεζας στον κόσμο (κατά την άποψη μας, της πλέον επικίνδυνης). Τέλος, οι επισφάλειες των πιστωτικών καρτών αυξήθηκαν σε ύψος ρεκόρ τον Αύγουστο, προϊδεάζοντας τους αμερικανούς για την ακόμη πιο αρνητική πορεία της οικονομίας τους στο κοντινό μέλλον.      

 

Επομένως, εάν προσθέσουμε όλα τα παραπάνω (τα οποία φανερώνουν μια έξαρση του μονοπωλιακού καπιταλισμού) και τα συνδυάσουμε με το προβλεπόμενο έλλειμμα των Η.Π.Α. στο 12% του ΑΕΠ το 2009, με τα υπερχρεωμένα αμερικανικά νοικοκυριά και με το δημόσιο χρέος που έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο, ο δανεισμός από την Κίνα (περί τα 1,5 τρις $ επενδυμένα σε αμερικανικά ομόλογα) φαίνεται η μοναδική δυνατότητα διατήρησης της υπερδύναμης στη ζωή. Το ίδιο επίσης συμβαίνει και με τα φθηνά κινέζικα προϊόντα, τα οποία οι Η.Π.Α. έχουν απόλυτη ανάγκη για να αποφύγουν το τεράστιο «πληθωριστικό κύμα» που απειλεί να κατακλύσει τη χώρα τους.    

 

Εάν δεχθούμε βέβαια ότι οι Η.Π.Α. ευρίσκονται πράγματι σε μία μη ανατρέψιμη πορεία παρακμής, μία υπόθεση που ενισχύεται σημαντικά από τη «φυγή προς τα εμπρός» (front running) που διαπιστώνεται ότι επιχειρείται μέσω του πιστωτικού κλάδου (High Frequency Trading, Dark Pools, υπόγειες συναλλαγές κ.α.), η Ύφεση δεν θα περιορισθεί μόνο στα τρία στάδια που περιγράψαμε - η υπερδύναμη είναι «υπεύθυνη» για το 25% περίπου του παγκοσμίου ΑΕΠ, ενώ είναι αναμφίβολα η πλέον ισχυρή στρατιωτική δύναμη σον κόσμο.

   

Από την άλλη πλευρά, η Κίνα είναι άμεσα εξαρτημένη από τις Η.Π.Α., όχι μόνο γιατί διακινδυνεύει το τεράστιο ποσόν που έχει επενδύσει σε αμερικανικά ομόλογα και αλλού (υποτίμηση δολαρίου κλπ), αλλά, κυρίως, λόγω της εξάρτησης της ανάπτυξης της από τις εξαγωγές – άρα από τους αμερικανούς καταναλωτές (ας σημειώσουμε εδώ πως η άμεση προτεραιότητα της Κίνας είναι η απασχόληση του πληθυσμού της παρά η ευημερία του, αφού διαφορετικά είναι αδύνατον να διατηρήσει την έννομη τάξη – ο απολυταρχικός καπιταλισμός «προτάσσει» την ασφάλεια, εις βάρος της Δημοκρατίας).

 

Εάν πιστέψουμε δε πολλούς οικονομικούς αναλυτές, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι οι κινεζικές τράπεζες ευρίσκονται στα όρια της αντοχής τους (για παράδειγμα, το 1990 οι ιαπωνικές τράπεζες είχαν εκχωρήσει πιστώσεις ίσες με το 17% του ΑΕΠ της χώρας τους, ενώ οι κινεζικές τραπεζικές πιστώσεις σήμερα είναι της τάξης του 30-40% του ΑΕΠ), η εξάρτηση της Κίνας από τις Η.Π.Α., αλλά και από την Ευρώπη, είναι κατά πολύ μεγαλύτερη. Ταυτόχρονα όμως, η ίδια χώρα σχεδιάζει την ανάδειξη της στη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη της Ασίας. Για την τεκμηρίωση της θέσης μας, θα αναφέρουμε απλά το παράδειγμα της Αυστραλίας.

 

Ο πρωθυπουργός της χώρας έδωσε το Μάιο στη δημοσιότητα έναν κατάλογο με τα οπλικά συστήματα που προγραμματίζει να αγοράσει, ενώ ανακοίνωσε ότι μέχρι το 2018 οι δαπάνες εξοπλισμού που θεωρούνται απαραίτητες από το κόμμα του, θα αυξάνονται ετησίως κατά 3%. Τα 6 νέα υποβρύχια, τα 3 καταδρομικά, οι 8 φρεγάτες, τα 2 ελικοπτεροφόρα, τα 100 πολεμικά αεροπλάνα, τα 46 ελικόπτερα και τα 100 τανκς αποτελούν το μεγαλύτερο εξοπλιστικό πρόγραμμα, το οποίο ψήφισε η Αυστραλία μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

 

Η αιτιολογία της απόφασης αυτής είναι αρκετά αποκαλυπτική: «Οι Η.Π.Α. δεν μπορούν πια να εγγυηθούν την ασφάλεια της χώρας μου. Η Κίνα ευρίσκεται στο δρόμο να γίνει η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη στην Ασία, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε εντάσεις με τις Η.Π.Α., την Ιαπωνία, την Ινδία ή τη Ρωσία. Η Αυστραλία πρέπει να είναι προετοιμασμένη για πολλαπλά ενδεχόμενα», προειδοποίησε ο πρωθυπουργός της Αυστραλίας.    

 

Η ΕΞΑΡΤΗΣΗ ΡΩΣΙΑΣ & ΕΥΡΩΠΗΣ

 

Επειδή στα πλαίσια ενός άρθρου δεν μπορούμε να επεκταθούμε υπερβολικά, θα αναφέρουμε μόνο επιγραμματικά το ότι, η Ευρώπη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό κυρίως «ενεργειακά» από τη Ρωσία, από την οποία εισάγει, μεταξύ άλλων, περί το 40% των αναγκών της σε φυσικό αέριο. Εκτός αυτού, πιθανολογούμε ότι (όπως και η Αυστραλία) δεν μπορεί να υπολογίζει στην αμυντική ασφάλεια της από τις Η.Π.Α., ευρίσκεται δίπλα σε μία στρατιωτική υπερδύναμη και η ίδια διαθέτει πολύ περιορισμένο πολεμικό εξοπλισμό.

 

Από την άλλη πλευρά η Ρωσία, παρά τον πλούτο του υπεδάφους της και τα τεράστια έσοδα που αποκομίζει από την πώληση πετρελαίου, φυσικού αερίου κλπ., δεν κατάφερε να αναπτύξει τον παραγωγικό μηχανισμό της. Είναι λοιπόν άμεσα εξαρτημένη από την Ευρώπη, κυρίως γιατί η Ε.Ε. αποτελεί το μεγαλύτερο, με μεγάλη απόσταση, ενεργειακό πελάτη της. Επ’ αυτού, η δραστηριοποίηση των δύο σημαντικών πολιτικών της Γερμανίας (Schroeder, Genscher) στους ρωσικούς ενεργειακούς αγωγούς, είναι αρκετά χαρακτηριστική. Εμείς βέβαια έχουμε την πάγια άποψη ότι, τυχόν ένωση της Ρωσίας με την Ε.Ε. θα ήταν εξαιρετικά επωφελής και για τις δύο «δυνάμεις» – πόσο μάλλον αφού θα εξασφάλιζε την Ευρώπη από ενδεχόμενες εσωτερικές κυριαρχικές βλέψεις των ισχυρών κρατών της, καθώς επίσης από άλλου είδους απειλές.   

 

Η ΚΕΝΤΡΟΦΟΡΑ ΕΞΑΡΤΗΣΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ

 

Σύμφωνα με ένα μυστικό «crash test» του ΔΝΤ, με την εσωτερική ονομασία «Early Warning Exercise», η «προσομοίωση» που διενεργήθηκε με τη βοήθεια εξειδικευμένων Ηλεκτρονικών Υπολογιστών (Computer Simulation) προέβλεψε δυστυχώς ακόμη περισσότερες χρεοκοπίες τραπεζών, καθώς επίσης μία περαιτέρω μείωση της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης. Τα αποτελέσματα ενός τέτοιου ενδεχομένου σοκάρισαν όλους τους συμμετέχοντες. Σε μία τέτοια περίπτωση, σε μία επόμενη Ύφεση δηλαδή που προφανώς ταιριάζει με τη θεωρεία των τριών σταδίων που περιγράψαμε, η Ιρλανδία, πολλές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και η Μ. Βρετανία δεν θα μπορέσουν να ανταπεξέλθουν από μόνες τους και θα πρέπει να αναζητήσουν ξένη βοήθεια.

 

Παρά το ότι όμως η συγκεκριμένη «προσομοίωση» δεν ανάδειξε άλλες «υποψήφιες χώρες», κανείς δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι δεν θα ακολουθούσε μία αλυσιδωτή αντίδραση (Domino Effect), με συνέπειες που δεν θα περιοριζόταν στα παραπάνω κράτη. Είναι προφανές ότι, στην περίπτωση που θα συνέβαιναν τα γεγονότα που προέβλεψε το «Early Warning Exercise», θα διακινδύνευαν επίσης όλες οι επενδύσεις των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών στις τρείς «υποψήφιες» χώρες, με ανυπολόγιστες συνέπειες για τη συνοχή και τη βιωσιμότητα της Ε.Ε. (ευτυχώς η Μ. Βρετανία δεν ανήκει στο χώρο του Ευρώ).  

 

Οι προβληματισμοί όμως της Ευρώπης δεν περιορίζονται εδώ. Όπως είναι γνωστό, η πρώτη αιτία της κρίσης, από μακροοικονομικής πλευράς, ήταν (συνεχίζει να είναι) η μη ισορροπημένη κατανομή των ελλειμμάτων και των πλεονασμάτων παγκοσμίως (ιδιαίτερα τα υπερβολικά ελλείμματα των Η.Π.Α. και τα τεράστια πλεονάσματα της Κίνας). Δυστυχώς, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και εντός της Ευρώπης, όπου άλλες χώρες διακρίνονται για τα πλεονάσματα τους και άλλες (μεταξύ αυτών και η Ελλάδα) για τα συνεχώς διευρυνόμενα ελλείμματα τους. Αναλυτικότερα, το αποκαλούμενο από διάφορους οικονομολόγους «Ευρωπαϊκό δίλλημα» έχει ως εξής:

 

Από το ξεκίνημα της Ευρωζώνης το 1999, οι αρκετά «ανομοιογενείς» χώρες που συμμετείχαν, ακολούθησαν εντελώς διαφορετικές οικονομικές πορείες. Για παράδειγμα, άλλες λειτούργησαν με αύξηση της κατανάλωσης, άλλες με μεγάλες αποταμιεύσεις, άλλες με επικέντρωση στις εξαγωγές, άλλες με κύριο πυλώνα το χρηματοπιστωτικό τους σύστημα, άλλες με την οικοδομική δραστηριότητα, άλλες με τις υποδομές και με τις δημόσιες επενδύσεις.

 

Για παράδειγμα, η Ελλάδα στήριξε την ανάπτυξη της στην οικοδομή, στις υποδομές και στην εσωτερική κατανάλωση. Σε σύγκριση δε με τη Γερμανία (η οποία στηρίχθηκε στη βαριά βιομηχανία και στις εξαγωγές), σχεδόν διπλάσιοι Έλληνες μένουν σε ιδιόκτητα ακίνητα ενώ, αντίθετα, οι αποταμιεύσεις των Γερμανών είναι κατά πολύ υψηλότερες. Όμως, τα ιδιόκτητα ακίνητα των Ελλήνων δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τη χώρα τους (δεν είναι «ρευστοποιήσιμα», είναι μη παραγωγικά), ενώ οι αποταμιεύσεις των Γερμανών χρησιμοποιούνται από τη δική τους χώρα (ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα, οι προβληματικές χώρες γύρω της, η υψηλού κόστους «σύνδεση» με τα νησιά της και ιδίως τα αμυντικά προγράμματα εξοπλισμού της, την έχουν αναγκάσει σε πολύ μεγαλύτερες επιβαρύνσεις των προϋπολογισμών της, από αυτές των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών – δυστυχώς όμως οι πολίτες της, όλοι εμείς δηλαδή, επιλέγουμε να επικρίνουμε μονότονα τα,  υπαρκτά φυσικά, ελαττώματα των πολιτικών ηγεσιών, παρά την αυτοκριτική και την ενεργητική προστασία των ευρύτερων συμφερόντων της χώρας μας).  

 

Έτσι, ενώ η Γερμανία, η Ολλανδία και κάποιες ακόμη αύξαναν τα πλεονάσματα τους στο εξωτερικό εμπόριο, η Ισπανία, η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Ελλάδα γίνονταν όλο και περισσότερο ελλειμματικές. Η πρώτη ομάδα λοιπόν κέρδιζε συνεχώς σε ανταγωνιστικότητα (ακόμη και με τη βοήθεια της διαφθοράς ή των υπερτιμολογήσεων, όπως αποδεικνύεται από τις «μεθοδεύσεις» της Siemens, της MAN κλπ – δεν θα έπρεπε αλήθεια να επιστραφούν άμεσα τα χρήματα που κλάπηκαν; δεν αποτελεί αθέμιτο ανταγωνισμό;), εξάγοντας όλο και μεγαλύτερες ποσότητες εμπορευμάτων και υπηρεσιών, ενώ η δεύτερη ομάδα έχανε ραγδαία σε ανταγωνιστικότητα – επομένως και σε εξαγωγές.

 

Το αποτέλεσμα ήταν να διευρύνεται συνεχώς η ανισορροπία εντός της Ε.Ε., με το δημόσιο χρέος για την «ελλειμματική» δεύτερη ομάδα κρατών να λαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις. Εάν τώρα στην απώλεια της ανταγωνιστικότητας προστεθούν οι τεράστιες επιβαρύνσεις από τα αυξημένα επιτόκια (οι ελληνικές τράπεζες, για παράδειγμα, χρεώνουν ανέκαθεν με υπερβολικά επιτόκια τόσο το δημόσιο, όσο και τον ιδιωτικό τομέα, παρά το ότι δανείζονται σήμερα με 1%), τους τόκους και τα χρεολύσια των δημοσίων χρεών λόγω και των υποδομών (η Ασιατική κρίση προήλθε εν μέρει από τις υπερβολικές επενδύσεις σε ακίνητα), το να καταφέρει η δεύτερη ομάδα των ευρωπαϊκών χωρών να κερδίσει τη χαμένη ανταγωνιστικότητα της (την οποία έχει «ανταλλάξει», μεταξύ άλλων, με την αυξημένη ακίνητη περιουσία και τις υποδομές της), ιδιαίτερα το να εξοφλήσει κάποτε τα χρέη της υπό αυτές τις συνθήκες, είναι μάλλον αδύνατο.

 

Για την καλύτερη κατανόηση του θέματος, εξωτερικά ελλείμματα όπως τα σημερινά, ήταν εντελώς άγνωστα μεγέθη στο παρελθόν. Έγιναν δυστυχώς εφικτά μόλις τη δεκαετία του 1990, κυρίως μετά το άνοιγμα των αγορών και μετά την ευρωπαϊκή νομισματική ένωση. Για παράδειγμα, στον πίνακα που ακολουθεί, αναγράφονται τα εξωτερικά χρέη (2007 σε $) μερικών επιλεγμένων Ευρωπαϊκών χωρών. Στην τελευταία στήλη, αναφέρεται η σχέση μεταξύ ΑΕΠ και εξωτερικού χρέους, από την οποία διαπιστώνεται τόσο το τεράστιο πρόβλημα της Μεγάλης Βρετανίας, όσο και μία από τις «ιδιαιτερότητες» της χώρας μας – το χαμηλότερο «άνοιγμα» της δηλαδή στο εξωτερικό:

 

ΧΩΡΕΣ

Α.Ε.Π.*

ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ ΧΡΕΟΣ

ΕΞ. ΧΡΕΟΣ/ΑΕΠ

 

 

 

 

Γερμανία

3,024 τρις

4,489 τρις

1,48

Μ. Βρετανία

2,472 τρις

10,45 τρις

4,22

Ολλανδία

644,4 δις

2,28 τρις

3,53

Αυστρία

328,4 δις

752,5  δις

2,29

Δανία

268,8 δις

492,6 δις

1,83

Ελλάδα

237,9 δις

371,5 δις

1,56

* 2007 σε δις $ , f.o.b.       Πληροφορίες: ip     Πίνακας  σε $ δικός μας

 

Συνεχίζοντας, πριν από την περίοδο αυτή, όταν μία ευρωπαϊκή Οικονομία έχανε σε ανταγωνιστικότητα και παρουσίαζε μεγάλα ελλείμματα, υποτιμούσε το νόμισμα της, «εξισορροπώντας» έτσι τις απώλειες της. Σήμερα όμως κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν, αφού υπάρχει το κοινό νόμισμα για όλες τις χώρες της Ευρωζώνης.

 

Έτσι στην πραγματικότητα, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα γερμανικά προϊόντα είναι κατά περίπου 10% υποτιμημένα ενώ, αντίθετα, τα ισπανικά (οι Ισπανοί έχουν επενδύσει ακόμη περισσότερο σε ακίνητα) και τα ελληνικά είναι κατά 12% υπερτιμημένα (αυτό σημαίνει διαφοροποίηση της τάξης του 22% - ένα πραγματικά τρομακτικό εύρος). Η αιτία της «διαστρέβλωσης» είναι κυρίως το ότι, το κόστος παραγωγής αυξήθηκε περισσότερο στις ελλειμματικές χώρες, από ότι στις πλεονασματικές. Λογικά λοιπόν, οι «ελλειμματικές» χώρες όχι μόνο δεν θα μπορούν να παράγουν ανταγωνιστικά, πόσο μάλλον να εξάγουν, αλλά σύντομα δεν θα μπορούν ούτε καν να εμπορεύονται τα ξένα προϊόντα - είτε θα εισάγονται απ’ ευθείας από τους καταναλωτές (μέσω του διαδικτύου), είτε θα διακινούνται από αλλοδαπές, «επιθετικές» αλυσίδες χαμηλού κόστους λειτουργίας.

 

Οι θεωρητικές δυνατότητες επίλυσης του τεράστιου αυτού προβλήματος της Ε.Ε. είναι οι κατωτέρω:

 

(α) Η έξοδος των ελλειμματικών κρατών από το χώρο του Ευρώ (κάτι που θα είχε προφανώς τεράστια οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά επακόλουθα για την Ευρώπη, ενώ είναι μάλλον «απαγορευμένος καρπός», λόγω της κρίσης)

 

(β)  Η με κάποιον τρόπο «μεταφορά» των πλεονασμάτων, από τις πλεονασματικές χώρες στις ελλειμματικές - κάτι ανάλογο με αυτό που ζήτησε ο ίδιος ο πρόεδρος της παγκοσμίως μεγαλύτερης ελλειμματικής χώρας, ο κ. Μ. Ομπάμα, από τις πλεονασματικές χώρες (Γερμανία, Κίνα κλπ), κατά τη σύσκεψη των G20.

 

(γ)  Οι διαρθρωτικές αλλαγές, με στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητας των ελλειμματικών κρατών (κάτι όμως που όμως, στην καλύτερη περίπτωση, λειτουργεί μακροπρόθεσμα, ενώ θα «αποκαλύψει» την τεράστια κρυφή ανεργία που «συντηρείται» σε κάποια κράτη - μεταξύ άλλων από τον, δυσανάλογο του μεγέθους τους, αριθμό των υποαπασχολούμενων δημοσίων υπαλλήλων)

 

(δ)  Ο πληθωρισμός, η «συνταγή» δηλαδή που πιθανότατα θα υποχρεωθούν αργά ή γρήγορα να αποδεχθούν τόσο οι δανειστές, όσο και οι πολίτες των Η.Π.Α. (η αύξηση κατά 17% του M3 από τη Fed, των νέων χρημάτων καλύτερα που τυπώνονται, είναι ίσως ένα «ενδιάμεσο» μέτρο προς την κατεύθυνση αυτή).

 

Η «πληθωριστική συνταγή», η μοναδική ρεαλιστική δυνατότητα της Ε.Ε. κατά την άποψη μας (μειώνει τεχνητά τα συσσωρευμένα χρέη, περιορίζει αισθητά το κόστος παραγωγής κλπ), δεν είναι προφανώς ανώδυνη – ειδικότερα για τους πολίτες των πλεονασματικών χωρών, οι οποίοι θα βρεθούν αντιμέτωποι με αυξήσεις του κόστους διαβίωσης της τάξης του 5-10%. Εν τούτοις, φαίνεται να είναι η μοναδική λύση για να διατηρηθεί ενωμένη η Ευρώπη και να βρεθεί ο απαραίτητος χρόνος εξομάλυνσης των εσωτερικών ανισορροπιών της - ταυτόχρονα βέβαια με την, ανταγωνιστικότερη εξαγωγικά, «πληθωριστική υποτίμηση» του νομίσματος της, εν όψει της πιθανότητας μίας συνεχόμενης, πολλαπλής Ύφεσης, μίας αλλαγής των συσχετισμών παγκοσμίως και μίας περαιτέρω υποτίμησης του δολαρίου.

 

Με έναν τέτοιο τρόπο είναι ευκολότερο να θεραπευθούν οι ανισορροπίες (μισθοί, τιμές κλπ) των Ευρωπαϊκών Οικονομιών, παρά με τη μέχρι σήμερα πολιτική της ΕΚΤ (μέσος πληθωρισμός της τάξης του 2%). Βέβαια, εάν δεν ακολουθήσουν αμέσως μετά οι απαιτούμενες διαρθρωτικές αλλαγές στις ελλειμματικές χώρες της Ε.Ε., εάν δεν αυξήσουν την κατανάλωση τους οι πλεονασματικές χώρες (δυστυχώς οι αποταμιεύσεις των Γερμανών, εν μέσω της κρίσης, αυξήθηκαν στο 12,2% - με την κατανάλωση τους να μειώνεται), εισάγοντας κυρίως προϊόντα ή αγοράζοντας υπηρεσίες (τουρισμός κλπ) από τις ελλειμματικές χώρες της Ευρώπης και εάν δεν περιορίσουν άμεσα τα ελλειμματικά κράτη την κατανάλωση τους, καθώς επίσης τις επενδύσεις τους σε ακίνητα και υποδομές, παράλληλα με την αύξηση της παραγωγικότητας τους, η επίλυση του «Ευρωπαϊκού διλλήματος» μέσω ενός οδυνηρού πληθωρισμού, θα ήταν άδικη και προφανώς βραχυπρόθεσμη. 

 

Αθήνα, 02. Οκτωβρίου 2009

Βασίλης Βιλιάρδος

viliardos@kbanalysis.com 

 

 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
4164 αναγνώστες
3 σχόλια
 Όλα τα σχόλια για το άρθρο
Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009
16:21

Η εγκληματική συνταγή που σταμάτησε δραστικά την κεφαλαιακή «αιμορραγία» των τραπεζών, αύξησε ως δια μαγείας την κερδοφορία τους και τοποθέτησε ακόμη μία βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια του συστήματος.    

 

**********

 

Αμέσως μετά την επιστροφή (;) στην κερδοφορία αρκετών αμερικανικών τραπεζών, φαίνεται να «ανακάμπτει» η δημιουργικότητα στη Wall Street, με τα γνωστά μας δομημένα επενδυτικά προϊόντα («τοξικά ομόλογα») να επανέρχονται δριμύτερα στο προσκήνιο – «εξελιγμένα» και πιο επιθετικά. Ο χρηματοπιστωτικός κλάδος «ανασκευάζει» εκ νέου τα πολύπλοκα προϊόντα του και αναθερμαίνει την «καταπονημένη» αγορά, μέσα από έναν «μαγικό τύπο», ο οποίος ονομάζεται «Re-Remic» (resecuritization of existing residential mortgage backed securities).

 

Το «μυστικό», η συνταγή καλύτερα, είναι ο προσεκτικός «τεμαχισμός» των προηγουμένων ομολόγων (στεγαστικά μειωμένης εξασφάλισης κ.α.), ο διαχωρισμός τους ανάλογα με την επικινδυνότητα εκάστου, καθώς επίσης η «ανασυσκευασία» τους σε καινούργια - ένα μεγάλο μέρος των οποίων διαθέτει εκ νέου πολύ καλύτερες αξιολογήσεις από αυτές που «δικαιούται».  

 

Αναλυτικότερα, όπως έχουμε γράψει σε προηγούμενο άρθρο μας (23.11.2008), η σημερινή χρηματοοικονομική κρίση προήλθε κυρίως από δύο «εκρηκτικά» προϊόντα, τα οποία δημιούργησαν δύο παράλληλες «φούσκες» (εκ των οποίων η μία μόνο έχει «εκραγεί», με τα γνωστά μας αποτελέσματα), χωριστές μεταξύ τους αλλά και αναπόσπαστα συνδεδεμένες. Το ένα χρηματοοικονομικό προϊόν (το δεύτερο είναι τα CDS, τα οποία ασφαλίζουν δάνεια και διάφορα άλλα επενδυτικά προϊόντα, με κύριο ασφαλιστή την AIG και σημερινό όγκο περί τα 30 τρις $), είναι τα ενυπόθηκα δάνεια, κυρίως χαμηλής εξασφάλισης (subprimes), τα οποία «τιτλοποιήθηκαν» (Collateralized Dept ObligationCDOs, CDOs από CDOs, τα RMBS κ.α.) και πουλήθηκαν ως εξής:

 

(α) Από τα χρέη έγιναν αξιόγραφα και οι πιστώσεις πουλήθηκαν: Η τράπεζα δηλαδή πουλάει τα ενυπόθηκα δάνεια της σε μία εταιρεία, η οποία ιδρύεται για αυτόν ακριβώς το λόγο. Η εταιρεία αυτή «τιτλοποιεί» τα δάνεια χιλιάδων πελατών της τράπεζας και τα μετατρέπει σε διαπραγματεύσιμα αξιόγραφα (ομολογίες) - στα «Asset-Backed Securities» (ABS).

 

(β) Τα αξιόγραφα αυτά κατηγοριοποιούνται από τις διεθνείς εταιρείες αξιολόγησης, ανάλογα με τις δυνατότητες αποπληρωμής τους. Όσο μεγαλύτερη είναι η αξιολόγηση που τους παρέχει το χρηματοπιστωτικό «ΚΤΕΟ» (Moodys κλπ), τόσο πιο σίγουρη είναι η ρευστοποίηση τους και τόσο χαμηλότερη η απόδοση τους στους επενδυτές. Αντίθετα, όσο μικρότερη, τόσο αυξάνεται το επιτόκιο του ρίσκου (υψηλότερη απόδοση στους επενδυτές).     

 

(γ) Στη συνέχεια, τα αξιόγραφα αυτά μεταβιβάζονται σε εταιρείες που έχουν συσταθεί για αυτόν ακριβώς το σκοπό και κατηγοριοποιούνται (ομαδοποιούνται, συγκεντρώνονται), με κριτήριο τον πιστωτικό τους κίνδυνο, όπως αυτός βαθμολογήθηκε πριν από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης. Έτσι δημιουργούνται τα CDOs, τα οποία συγκεντρώνουν ομάδες πιστώσεων με κοινό ρίσκο. Ανάλογα με το ρίσκο διαμορφώνεται και η απόδοση τους για τους επενδυτές – εξ αυτής η τιμή πώλησης τους. Επίσης, η υποχρέωση των τραπεζών που ενδεχομένως τα αγοράζουν, να κατέχουν τα απαιτούμενα από το νόμο Ίδια «εγγυητικά» Κεφάλαια. Η απόσταση τώρα μεταξύ του αρχικού δανείου και του πραγματικού δανειστή αυξάνεται.

 

(δ) Μεγάλοι επενδυτές (τράπεζες, κράτη, hedge funds κ.α.), από ολόκληρο τον κόσμο, αγοράζουν τα σύνθετα αυτά προϊόντα (CDOs), μάλλον εν αγνοία των κινδύνων τους. Κάποιοι φυσικά πουλούν «υποδιαιρέσεις» τους στους τελικούς καταναλωτές – ιδιώτες επενδυτές (όπως τα γνωστά προϊόντα δήθεν εγγυημένου Κεφαλαίου της Lehmann Brothers από τη Citi Bank κ.α.) Δυστυχώς υπήρξε πρόβλημα με τους Οίκους Αξιολόγησης, οι οποίοι «βαθμολόγησαν» λανθασμένα (;) τα προϊόντα αυτά, ιδίως τη «δεύτερη γενιά» τους – τα CDOs δηλαδή που προέρχονται από διάφορα «επιλεγμένα» CDO, τα οποία αγοράζονται χωριστά και πουλιούνται μαζί σε ένα καινούργιο προϊόν (CDOs από CDOs).

 

Σήμερα, μετά την εκκωφαντική «έκρηξη» της παραπάνω αγοράς, τα ίδια αυτά προϊόντα «σπάζουν» ξανά, διαχωρίζονται όσα έχουν χαμηλότερο ρίσκο (θεωρητικά - ουσιαστικά λαμβάνουν καλύτερη αξιολόγηση) και πωλούνται εκ νέου, με καινούργιους όρους. Μέσω αυτής της μαγικής συνταγής, αφενός μεν αναβιώνει δριμύτερη η κερδοσκοπική αγορά των «δομημένων προϊόντων», αφετέρου δε οι τράπεζες δεσμεύουν λιγότερα ίδια κεφάλαια για τα subprimes που διατηρούν στα χαρτοφυλάκια τους (ταυτόχρονα αναδιαμορφώνουν θετικά τις αποσβέσεις τους στους Ισολογισμούς τους), από ότι στο πρόσφατο παρελθόν.

 

Για παράδειγμα, μία τράπεζα υποχρεούται να δεσμεύει, για ένα «δομημένο» προϊόν συνολικής αξίας 100 εκ. $ με αξιολόγηση ΑΑΑ, 2% δικά της Κεφάλαια, συνολικού ύψους 2 εκ. $. Όταν όμως το προϊόν αυτό χάσει την αρχική αξιολόγηση του και «υποτιμηθεί» σε BB-, τότε η τράπεζα υποχρεούται να δεσμεύσει 35% ίδια κεφάλαια, συνολικού ύψους 35 εκ. $ (αντί 2 εκ. $). Εάν δε η αξιολόγηση του «ομολόγου» γίνει CCC, τότε η υποχρέωση της τράπεζας αυξάνεται στο 100% - στα 100 εκ. $ δηλαδή.

 

Σε ένα σύγχρονο όμως προϊόν «re-remic», το 75% σχεδόν του προηγουμένου (του CDO δηλαδή), διαχωρίζεται και αξιολογείται με ΑΑΑ (με αποτέλεσμα η τράπεζα να υποχρεούται να κατέχει 2% ίδια κεφάλαια για την αγορά του, συνολικού ύψους 1,5 εκ. $), ενώ το υπόλοιπο 25%, που επίσης διαχωρίζεται, αξιολογείται με CCC (οπότε η τράπεζα υποχρεούται να κατέχει 100% ίδια κεφάλαια, ύψους 25 εκ. $).

 

Συνολικά λοιπόν, μετά το διαχωρισμό, η τράπεζα υποχρεούται να κατέχει ίδια κεφάλαια 26,5 εκ. $ για το ίδιο ουσιαστικά προϊόν που η προηγούμενη υποχρέωση της ήταν 100 εκ. $. Την ίδια στιγμή «ωραιοποιεί» επί πλέον τον ισολογισμό της, αφού αντί να αποσβέσει 100 εκ. $, διαγράφει μόλις 25 εκ. $ (CCC αξιολόγηση) και εμφανίζει ως δια μαγείας κέρδη 75 εκ. $ (έναντι προηγούμενων αντίστοιχων ζημιών). Κάποιες φορές βέβαια, οι τράπεζες απλά πουλούν αυτά τα «σάπια» ομόλογα (junior-trance είναι η καινούργια τους ονομασία), σε εξευτελιστικές τιμές που προσφέρονται από επενδυτές υψηλού ρίσκου.

      

Το τέχνασμα αυτό αναδεικνύει  με το χειρότερο δυνατόν τρόπο τα συνεχιζόμενα προβλήματα των τραπεζών, τους τεράστιους κινδύνους που συσσωρεύονται στα θεμέλια του συστήματος, καθώς επίσης τη «μαγική» ρευστότητα (διαδικτυακά, ανύπαρκτα χρήματα) που κατακλύζει ξανά τις αγορές, όταν ακόμη μία φορά, «σκοτεινά» χρηματοοικονομικά προϊόντα που δεν μπορεί κανείς να εκτιμήσει σωστά, λαμβάνουν υψηλές αξιολογήσεις, επειδή κανείς δεν θέλει να σταματήσει τη διαπραγμάτευση «ομολόγων» που κάνουν πλούσιους πολλούς συμμετέχοντες (κυρίως τη Wall Street). Η Πολιτική δυστυχώς φαίνεται να συνεχίζει να παραμένει αμέτοχος, παθητικός καλύτερα θεατής των εγκληματικών αυτών «εξελίξεων».  

 

Αθήνα, 24. Νοεμβρίου 2009

Βασίλης Βιλιάρδος

viliardos@kbanalysis.com 

 

ΣΧΕΤΙΚΟ ΑΡΘΡΟ ΜΑΣ

 

Σημείωση: Σύμφωνα με μελέτη της Standard & Poors, σε σχέση με τα ίδια κεφάλαια των τραπεζών και αναφορικά με τους νέους τραπεζικούς κανόνες που επιβάλλει η συνθήκη της Βασιλείας ΙΙ, ο μέσος όρος των ιδίων κεφαλαίων των τραπεζών που δραστηριοποιούνται διεθνώς είναι μόλις 6,7% των συνολικών τους κεφαλαίων. Μία τράπεζα όμως, για να μπορεί να επιβιώσει στην περίπτωση που οι αγορές συνεχίσουν να παρουσιάζουν προβλήματα, οφείλει να έχει τουλάχιστον 8% δείκτη ιδίων κεφαλαίων.

 

Για παράδειγμα, ο δείκτης της ελβετικής Credit Suisse, η οποία θεωρείται πανίσχυρη, είναι μόλις  6,9%, ενώ ο αντίστοιχος της UBS καταστροφικός (2,2%). Σε ακόμη χειρότερη θέση από την UBS ευρίσκεται η ιαπωνική Mizuho Financial Group, καθώς επίσης η αμερικανική Citigroup (τελευταίες στην κατάταξη, μεταξύ των 45 τραπεζών που αναλύθηκαν). 

 

Επομένως, η κατάσταση που περιγράψαμε στο παραπάνω άρθρο μας είναι πολύ χειρότερη από όσο φαίνεται εξωτερικά - κυρίως επειδή ακόμη και οι επίσημοι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών είναι όχι μόνο «ωραιοποιημένοι», αλλά και αρκετά χαμηλοί. Σε σχέση με το θέμα Citibank-Lehman έχουμε γράψει το άρθρο:

 

 

 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
4635 αναγνώστες
11 σχόλια
 Όλα τα σχόλια για το άρθρο
Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009
13:16

Όσο περισσότερο αργούν να αποσύρουν την υπερβάλλουσα ρευστότητα οι κεντρικές τράπεζες και με όσο πιο πολλά χρήματα πλημμυρίζουν τις αγορές, τόσο πιο καταστροφική θα είναι η «απάντηση του «συστήματος», διά μέσου της «κυοφορίας» νέων υπερβολών («φούσκες») 

 

Περισσότερο από ένα τρις $ έχει μέχρι στιγμής «διοχετεύσει» η αμερικανική κεντρική τράπεζα (Fed) στην βαριά ασθενή οικονομία της υπερδύναμης (η «εξάρτηση» των Η.Π.Α. από την Κίνα είναι πλέον τρομακτική), μέσω της αγοράς μεγάλων ποσοτήτων αξιόγραφων - μεταξύ των οποίων ομολόγων του δημοσίου. Δηλαδή, το αμερικανικό κράτος αγόρασε μόνο του τα δικά του ομόλογα (χρεώστης και πιστωτής ταυτόχρονα), διατηρώντας «τεχνητά» χαμηλό το μακροπρόθεσμο επιτόκιο τους και έχοντας την αλαζονεία να πιστεύει ότι, με αυτόν τον τρόπο θα «παραπλανήσει» τις χρηματαγορές. Από την άλλη πλευρά, σαν να μην έφτανε μόνο αυτό, η Fed «μηδένισε» το βασικό επιτόκιο δανεισμού - με αποτέλεσμα να δανείζονται όχι μόνο «αφειδώς», αλλά χωρίς κανένα κόστος, αμείβοντας πλουσιοπάροχα τα στελέχη τους, ακόμη και οι μέχρι πρότινος χρεοκοπημένες εμπορικές και λοιπές τράπεζες.

 

Η κεντρική τράπεζα της Μ. Βρετανίας (BoE) ακολούθησε πιστά το «παράδειγμα» της Fed, μειώνοντας το βασικό επιτόκιο στο 0,5% και αγοράζοντας ομόλογα του βρετανικού δημοσίου, ύψους 175 δις £ - στη συνέχεια 25 δις £ επί πλέον. Ουσιαστικά δηλαδή, πήρε και αυτή τα χρήματα από τη μία τσέπη, βάζοντας τα στην άλλη – ως δια μαγείας λοιπόν τα διπλασίασε. Προφανώς πρόκειται για ένα εξαιρετικά επικίνδυνο «παιχνίδι», για μία «βραδυφλεγή» βόμβα καλύτερα στα θεμέλια της οικονομίας της, αφού σήμερα η BoE διατηρεί στην ιδιοκτησία της πάνω από το 30% των βρετανικών ομολόγων δημοσίου! Εάν λοιπόν η BoE αποφάσιζε κάποια στιγμή να αποσυρθεί (το ίδιο ισχύει και για τη Fed, την πιο επικίνδυνη ίσως τράπεζα του πλανήτη), η έξοδος της από την αγορά ομολόγων δεν θα ήταν μόνο υπερβολικά πολύπλοκη, αλλά ταυτόχρονα καταστροφική, αφού θα προκαλούσε έναν τεράστιο «σεισμό» όχι μόνο στο χρηματοπιστωτικό της σύστημα, αλλά σε ολόκληρη την αγορά της.

 

Το πρόβλημα όμως δεν περιορίζεται μόνο στις Η.Π.Α. και στη Μ. Βρετανία η οποία, κατά την άποψη μας, κινδυνεύει όσο καμία άλλη χώρα στον κόσμο με «εθνική χρεοκοπία» (κρίνοντας από το τεράστιο εξωτερικό χρέος της, το οποίο υπερβαίνει το 400% του ΑΕΠ της, από τα μηδαμινά κρατικά περιουσιακά στοιχεία που της έχουν απομείνει, καθώς επίσης από τον «αποψιλωμένο» παραγωγικό της «ιστό», ο οποίος έχει αντικατασταθεί προ πολλού από το χρηματοπιστωτικό κλάδο). Όλες οι κεντρικές τράπεζες ευρίσκονται αντιμέτωπες με μία «κοινή μοίρα»: έχουν θέσει στη ελεύθερη διάθεση του διεθνούς «χρηματοπιστωτικού συστήματος» μία ρευστότητα τρισεκατομμυρίων, η οποία απειλεί πάρα πολύ σοβαρά τη σταθερότητα της παγκόσμιας Οικονομίας.

 

Είναι προφανώς αυτονόητο πως η ποσότητα των «διαδικτυακών» χρημάτων, με την οποία έχουν «κατακλυσθεί» στην κυριολεξία οι αγορές, προκαλεί τεχνητή αύξηση της ζήτησης, γεγονός που έχει (ή θα έχει σύντομα) σαν αποτέλεσμα την αύξηση όλων των τιμών σε μη υγιή επίπεδα. Η άνοδος αυτή των τιμών, σε συνδυασμό με τις μειωμένες επενδύσεις στην παραγωγική διαδικασία, λόγω της συνεχιζόμενης «πιστωτικής συρρίκνωσης» (παγίδα ρευστότητας, οφειλόμενη κυρίως στον περιορισμένο δανεισμό των επιχειρήσεων εκ μέρους των τραπεζών), προαναγγέλλει ισχυρότατες «πληθωριστικές πιέσεις». Κατά την άποψη μας, ειδικά στα τρόφιμα, τα οποία «απορροφώνται» με εντονότερους ρυθμούς, τόσο από τις νέες καπιταλιστικές οικονομίες (Κίνα, Ρωσία κλπ), όσο και από τη χρήση των «πρώτων υλών» (ζαχαροκάλαμο κ.α.) στην παραγωγή βιοενέργειας.       

 

Σε μερικούς «τομείς» της αγοράς, όπως για παράδειγμα στην τιμή του πετρελαίου και του χρυσού, καθώς  επίσης στη διαμόρφωση των χρηματιστηριακών δεικτών (η αυξητική πορεία τους δεν οφείλεται βέβαια στην καλυτέρευση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων εν μέσω παγκόσμιας ύφεσης ή στα θεμελιώδη μεγέθη τους αλλά, κυρίως, στην υπερβάλλουσα ρευστότητα), παρατηρούνται ήδη τέτοιες υπερβολές, ενώ η συνεχής εκτύπωση νέων χαρτονομισμάτων από τις Η.Π.Α. έχει «κατακρημνίσει» την ισοτιμία του δολαρίου (επηρεάζοντας και αυτή με τη σειρά της τις τιμές των εμπορευμάτων -  ιδίως δε αυτή του χρυσού). Επομένως, οι ενέργειες απόσυρσης των «μέτρων στήριξης» από όλες τις κεντρικές τράπεζες, «από κοινού» όμως, είναι μάλλον υποχρεωτικές ενώ, όσο πιο πολύ αργούν, τόσο πιο δύσκολο, επώδυνο και επικίνδυνο θα είναι.

 

Όσον αφορά τώρα την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), γνωρίζουμε ότι, πριν από την παρούσα κρίση, δάνειζε στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μόνο περιορισμένα ποσά και μόνο βραχυπρόθεσμα (για μία εβδομάδα ή για τρείς μήνες), με επιτόκιο που καθοριζόταν από τη ζήτηση - από την ελεύθερη αγορά δηλαδή. Αντίθετα, μετά το ξέσπασμα της κρίσης, ίσως και με κάποια καθυστέρηση, άρχισε να προσφέρει στις τράπεζες απεριόριστες σχεδόν ποσότητες χρημάτων, για μεγάλα χρονικά διαστήματα (ένα έτος) και με ένα ελάχιστο επιτόκιο - ένα επιτόκιο που καταρρίπτει κάθε προηγούμενο ρεκόρ.   

 

Σήμερα όμως, γεγονός που θεωρείται επικίνδυνα βιαστικό (ιδιαίτερα επειδή δεν φαίνεται να είναι το αποτέλεσμα των συντονισμένων ενεργειών όλων των κεντρικών τραπεζών μαζί, ως οφείλει), η ΕΚΤ προγραμματίζει, δυστυχώς πρώτη, την απόσυρση των «μέτρων στήριξης», σταματώντας από το 2010 τα επονομαζόμενα «δάνεια λήξης 31.12». Παράλληλα, τον Ιούνιο του 2010, στη λήξη τους δηλαδή, πρόκειται να εισπράξει από τις ευρωπαϊκές τράπεζες (προφανώς και από τις Ελληνικές, κάτι που επεξηγεί καλύτερα τη σημερινή «συμπεριφορά» τους, όπως και την πρόσφατη της ΤτΕ), με βάση τις συμφωνίες που υπάρχουν, το ιλιγγιώδες ποσόν των 442 δις € που τους έχει δανείσει.

 

Επειδή τώρα κάποιες από αυτές τις τράπεζες έχουν δανείσει περαιτέρω τα κράτη τους («αμβλύνοντας» τα δημοσιονομικά προβλήματα των χωρών τους – όχι αφιλοκερδώς βέβαια, αφού δανείζονται με 1% και δανείζουν έως και με 5,5%), χρησιμοποιώντας σαν ενέχυρο στην ΕΚΤ αντίστοιχα ομόλογα δημοσίου, η επιστροφή των χρημάτων θα προκαλέσει ένα άκρως επικίνδυνο «domino effect», με απρόβλεπτα επακόλουθα για πολλά (ιδίως για τα υπερχρεωμένα) κράτη. Ακόμη περισσότερο αφού αρκετοί πιθανολογούν βάσιμα ότι, η ΕΚΤ δεν πρόκειται πια να δανείζει τις τράπεζες «μακροπρόθεσμα» (για 3 ή 6 μήνες) ενώ, με τη λήξη των δανείων που έχουν ήδη δοθεί και με την αποπληρωμή τους από τις τράπεζες, θα αποσυρθεί αυτόματα η υπερβάλλουσα ρευστότητα από το «σύστημα» - η συγκεκριμένη (μη) ενέργεια ονομάζεται από τους αναλυτές «παθητική έξοδος».

 

Όμως, η μείωση του χρόνου πίστωσης των εμπορικών τραπεζών από την ΕΚΤ στα προηγούμενα επίπεδα (βραχυπρόθεσμα) δεν αρκεί - δεν ολοκληρώνει δηλαδή τις απαιτούμενες ενέργειες απόσυρσης της υπερβάλλουσας ρευστότητας από τις αγορές. Η ΕΚΤ φαίνεται να προγραμματίζει, ήδη από το δεύτερο τρίμηνο του 2010, αφενός μεν τη μείωση των «ποσοτήτων» των χρημάτων που δανείζει, αφετέρου δε τη διακύμανση του επιτοκίου δανεισμού – τον καθορισμό του δηλαδή από τη ζήτηση και την ελεύθερη αγορά.

 

Τα αυξανόμενα επιτόκια («κυμαινόμενα»), είναι πολύ πιθανόν να λειτουργήσουν «αντιπληθωριστικά» (αποπληθωριστικά;) ενώ, εάν ακολουθήσει η αύξηση του βασικού επιτοκίου, οι «αντιπληθωριστικές» παρενέργειες θα γίνουν μία άκρως επικίνδυνη πραγματικότητα. Γράφουμε «παρενέργειες», όσον αφορά τον πληθωρισμό, επειδή τέτοιου είδους μέτρα εκ μέρους των κεντρικών τραπεζών, αιτιολογούνται μόνο από τυχόν αναθέρμανση της Οικονομίας. Εάν λοιπόν ληφθούν βιαστικά, εάν αυξηθούν δηλαδή τα βασικά επιτόκια πριν διαπιστωθεί με ασφάλεια ότι έχει ξεπερασθεί η κρίση (στην Ε.Ε. εν προκειμένω), προκαλούν συνήθως μία ακόμη πιο μεγάλη ύφεση από την προηγούμενη. «Μία έστω και ελάχιστη αλλαγή των επιτοκίων σήμερα», προειδοποιούν πολλοί αναλυτές, «θα μπορούσε να επηρεάσει την αγορά σε πολύ μεγάλο βαθμό» (πηγή: Spiegel).  

 

Πολλοί ίσως θα θυμούνται ότι το 1987, η κεντρική τράπεζα τότε της Γερμανίας είχε αυξήσει πρώτη, αλλά ελάχιστα, το βασικό της επιτόκιο (οι Γερμανοί φοβούνται ανέκαθεν τον υπερπληθωρισμό, ο οποίος έχει οδηγήσει δύο φορές το κράτος τους σε χρεοκοπία) - μόλις κατά 0,1% για τα βραχυπρόθεσμα «επενδυτικά εργαλεία της» (ρέπος). Η κίνηση της αυτή είχε θεωρηθεί από τις Η.Π.Α. «επιθετική» απέναντι στη σταθερότητα του δολαρίου, γεγονός που οδήγησε το αμερικανικό χρηματιστήριο σε έντονη πτώση και δημιούργησε (εύλογα) συνθήκες ασάφειας (ανασφάλειας) σε παγκόσμιο επίπεδο.

 

Οι οδυνηρές «μνήμες» αυτού του γεγονότος, του ρίσκου δηλαδή που εμπεριέχουν τέτοιου είδους ενέργειες εκ μέρους των κεντρικών τραπεζών, είναι αυτές που τις εμποδίζουν να ξεκινήσουν προγράμματα απορρόφησης της υπερβάλλουσας ρευστότητας. Η Fed επιθυμεί μεν να περιορίσει την περαιτέρω αγορά ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου (εάν μπορέσει φυσικά), αλλά δεν θέλει σε καμία περίπτωση να αυξήσει το βασικό της επιτόκιο – τουλάχιστον όχι για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Ακόμη περισσότερο, η BoE είναι πρόθυμη να αγοράσει και άλλα ομόλογα του βρετανικού δημοσίου – πόσο μάλλον να συνεχίσει να διατηρεί χαμηλό το βασικό της επιτόκιο, μη έχοντας ουσιαστικά άλλη επιλογή.

 

Κάτω από αυτές τις συνθήκες λοιπόν αμφιβάλλει κανείς σοβαρά και τεκμηριωμένα για τις αποφάσεις που θα πάρει τελικά η ΕΚΤ (δεν είναι προφανώς μόνη της στην αγορά) ενώ, όπως φαίνεται, η υπερβάλλουσα ρευστότητα, εάν δεν αυξηθεί ακόμη περισσότερο, θα παραμείνει τουλάχιστον ως έχει στο «σύστημα» - με όλα όσα κάτι τέτοιο συνεπάγεται τόσο για τις διεθνείς αγορές εμπορευμάτων, όσο και για τους χρηματιστηριακούς δείκτες. Εκτός αυτού, η ίδια αυτή υπερβάλλουσα ρευστότητα θα συνεχίσει να παρεμποδίζει την εκτόνωση του εν ενεργεία «δημοσιονομικού» ηφαιστείου, «μεταλλάσσοντας» την νομοτελειακά σε καταστροφική έκρηξη.     

 

 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
Σελίδα 31 από 31«Πρώτη<232425262728293031

Σχετικά με το blog
Μακροοικονομικά θέματα, πολιτικές απόψεις και μικροοικονομικές αναλύσεις.
Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις