Βασίλης Βιλιάρδος
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Λίγα λόγια για εμένα
Είμαι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχω εκδώσει το βιβλίο «Υπέρβαση Εξουσίας» και γράφω οικονομικές αναλύσεις σε έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ. Πρόσφατες εκδόσεις "Η κρίση των κρίσεων" σε τρία βιβλία.
Σύνδεσμοι


3012 αναγνώστες
Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013
12:31

Το ΔΝΤ διογκώνει και παραποιεί τα στατιστικά στοιχεία, με ολέθριες επιπτώσεις για τις χώρες που εισβάλλει – ενώ επινοεί, κυριολεκτικά από το πουθενά, ένα συνεχώς αυξανόμενο δημόσιο χρέος, μέσω των ελλειμμάτων.
 
Το πρόγραμμα των διαρθρωτικών προσαρμογών του ΔΝΤ, στο σύνολο του, είναι μία μορφή μαζικών βασανιστηρίων, με ολόκληρους λαούς να ουρλιάζουν από τον πόνο και να υποχρεώνονται να γονατίζουν μπροστά μας, τσακισμένοι, τρομοκρατημένοι και κομματιασμένοι – ικετεύοντας για ένα ίχνος λογικής και αξιοπρέπειας εκ μέρους μας.
 
Όμως, εμείς γελάμε απάνθρωπα στα μούτρα τους και τα βασανιστήρια συνεχίζονται αμείωτα – τόσο περισσότερα, όσο υποτάσσονται και δεν αντιδρούν” (πρώην στέλεχος του ΔΝΤ).     
 
*****************************************
 
Όλο και πιο συχνά αναρωτιέται κανείς, εάν πραγματικά είμαστε όλοι Έλληνες -  ειδικά όσον αφορά τους πολιτικούς, από φυλετικής κυρίως πλευράς και χωρίς καμία διάθεση ειρωνείας.
 
Διαφορετικά δεν είναι καθόλου εύκολο να κατανοηθεί, γιατί γίνονται τόσο μεγάλες προσπάθειες μεταφοράς των ευθυνών της χρεοκοπίας της πατρίδας μας από την πολιτική στους Πολίτες, γιατί «θεοποιούνται» τα μνημόνια από ορισμένους υπουργούς της κυβέρνησης, γιατί «υμνούνται» οι μπράβοι των τοκογλύφων (ΔΝΤ), καθώς επίσης γιατί περισσεύουν οι υποκλίσεις απέναντι στις Η.Π.Α. – εναλλακτικά, ανάλογα με το «που φυσάει ο άνεμος», στη Γερμανία.
 
Εκτός αυτού, γιατί δεν αναζητούνται οι υπαρκτές λύσεις για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της οικονομίας μας, με δικά μας μέσα. Περαιτέρω, για ποιο λόγο όλες οι προσπάθειες επικεντρώνονται στα «κουτοπόνηρα τεχνάσματα» για την αποφυγή της πληρωμής του χρέους - όταν οι βασικές, οι πολύ μεγάλες  ασθένειες της πατρίδας μας, είναι η ανεργία και η ύφεση.
 
Τέλος, γιατί η εθνική μας υπερηφάνεια έχει μεταβληθεί σε ένα ολοφάνερο «φυλετικό σύμπλεγμα κατωτερότητας» – μια ασθένεια που θα μπορούσε να «προσβάλλει», να μολύνει δηλαδή κάποιους «παρείσακτους» στη χώρα, αλλά όχι τους πραγματικούς Έλληνες
 
Συνεχίζοντας, η τοποθέτηση της συγκυβέρνησης, όσον αφορά την «υπαγωγή» της χώρας μας στην Τρόικα, καθώς επίσης στα μνημόνια που ακολούθησαν (μέσω ορισμένων υπουργών της, οι οποίοι έχουν δυστυχώς ελάχιστη σχέση με τα οικονομικά), είναι σε γενικές γραμμές η εξής:
 
Η Ελλάδα χρεοκόπησε το 2010 – έχοντας έλλειμμα της τάξης των 35 δις €. Αυτό δεν οφείλεται στις κυβερνήσεις, αλλά στους ίδιους τους Έλληνες - οι οποίοι από το 2000 και μετά, επειδή η χώρα είχε μεγάλη ρευστότητα λόγω της εισόδου της στην Ευρωζώνη, κατανάλωναν και σπαταλούσαν τα χρήματα που δανείζονταν, αντί να τα επενδύουν. Ουσιαστικά λοιπόν, «όλοι μαζί τα φάγαμε» - άσχετα αν κάποιοι (διεφθαρμένοι πολιτικοί, κόμματα, οικονομική ελίτ κλπ.) έφαγαν περισσότερα και κάποιοι λιγότερα (απλοί πολίτες) – κάτι που δεν έκαναν οι Γερμανοί, οπότε οφείλουμε να υποκλιθούμε απέναντι τους.  
 
Το ΔΝΤ δεν ήλθε μόνο του το 2010, αλλά το καλέσαμε εμείς – αφού διαφορετικά θα υποχρεωνόμαστε σε στάση πληρωμών και η Ελλάδα θα καταστρεφόταν εντελώς. Όποιος σου δανείζει χρήματα, απαιτεί να κάνεις αυτά που σου επιβάλλει. Επομένως είμαστε υποχρεωμένοι να υπογράφουμε και να τηρούμε τα μνημόνια. Πήραμε το μεγαλύτερο δάνειο που δόθηκε ποτέ σε κάποια χώρα, με πολύ χαμηλά επιτόκια. Θα πρέπει να ευγνωμονούμε την Τρόικα για τα δάνεια και να υμνούμε τον πρωθυπουργό - ο οποίος κατάφερε να μη μας διώξουν από την Ευρωζώνη το 2012 και να μην χρεοκοπήσει η Ελλάδα”. 
 
Απαντώντας κατά κάποιον τρόπο κανείς στους παραπάνω ισχυρισμούς, θα έπρεπε ίσως να ξεκινήσει από το εάν η κυβέρνηση τότε, είχε τη «νομιμοποίηση» να «προσδέσει» τη χώρα στο «άρμα» του ΔΝΤ – πόσο μάλλον όταν, όπως και η σημερινή, δεν τήρησε ούτε στο ελάχιστο τις προεκλογικές της δεσμεύσεις, ενώ φυσικά δεν είχε αναφέρει (αν και σχεδιάσει) την προσφυγή της στο «Ταμείο».
 
Προφανώς, εάν η κυβέρνηση δεν ήθελε να διεξάγει τόσο σύντομα εκλογές, είχε τη δυνατότητα να θέσει τότε σε δημοψήφισμα την απόφαση - ήταν υποχρεωμένη καλύτερα, για ένα τόσο σοβαρό θέμα. Κυρίως, επειδή δεν υπάρχει καμία χώρα στον κόσμο, η οποία να μην λεηλατήθηκε και να μην καταστράφηκε, μετά την εισβολή του ΔΝΤ - γεγονός που γνώριζε φυσικά καλύτερα από εμάς.
 
Ειδικά όσον αφορά τα συνήθως χαμηλά επιτόκια των δανείων που προσφέρει το ΔΝΤ, όπου και αν δραστηριοποιείται, όλοι γνωρίζουν πως το «Ταμείο» δεν είναι τόσο ανόητο, ώστε να επιδιώκει να κερδίσει από τους τόκους. Άλλωστε, οι τόκοι σχεδόν ποτέ δεν ενδιαφέρουν τους πραγματικούς τοκογλύφους - αφού στοχεύουν πάντοτε στη λεηλασία τόσο της ιδιωτικής, όσο και της δημόσιας περιουσίας των χωρών που εισβάλλουν, εκ μέρους των εντολέων τους (οι οποίοι εξαγοράζουν ότι καλύτερο υπάρχει σε τιμές «ξεπουλήματος» ή «υπεξαιρούν» ότι μπορούν - με τη γνωστή «μεθόδευση» της υπερδιόγκωσης των χρεών). 
 
Σχετικά με τα υπόλοιπα, θα ξεκινήσουμε με τον Πίνακα Ι, έτσι ώστε να έχουμε μία εικόνα των μεγεθών τότε και τώρα – ενώ παραθέτουμε τον προϋπολογισμό του 2008, επειδή ο αντίστοιχος του 2009 παραποιήθηκε, «κατακρεουργήθηκε» καλύτερα, τόσο από την κυβέρνηση, όσο και από το ΔΝΤ, έτσι ώστε να εξυπηρετεί όσο το δυνατόν καλύτερα τα σχέδια τους.         
 
ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Μεγέθη προϋπολογισμών 2008 και 2013 σε εκ. €
 
Μεγέθη Προϋπολογισμού
 
 
 
Καθαρά έσοδα
51.680
51.458
 
 
 
Τόκοι
11.207
8.900
Πρωτογενείς δαπάνες
50.435
44.650+2.252
Σύνολο δαπανών
61.642
55.802
 
 
 
Έλλειμμα
-9.962
-4.344
Έλλειμμα ΠΔΕ
-4.607
-6.850
Έλλειμμα κεντρικής κυβέρνησης
-14.568
-11.194
Έλλειμμα/ΑΕΠ
-6,1%
-6,1%
 
 
 
ΑΕΠ
239.141
*183.049
 
 
 
Δημόσιο χρέος
263.300
**330.000
Δημόσιο χρέος/ΑΕΠ  
110,1%
180,0%
* Το ΑΕΠ του 2012 ανήλθε τελικά σε 193,7 δις € από 208,5 δις € το 2011, με την ύφεση να διαμορφώνεται στο -7,1% (πρόσφατα αναθεωρήθηκε στο -6,4%).
** Εκτίμηση
Σημείωση πίνακα: Σύμφωνα με εκτίμηση του ΔΝΤ (Ιούλιος 2013), η Ελλάδα μπορεί να αντιμετωπίσει ένα πρόσθετο χρηματοδοτικό κενό ύψους 4,4 δις € το 2014 και 6,5 δις € το 2015. Αυτό το κενό οφείλεται στο ότι, το 2014 λήγουν ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου ύψους περίπου 24,9 δις €, τα οποία ευρίσκονται σχεδόν στο σύνολό τους στην κατοχή κεντρικών τραπεζών των χωρών της Ευρωζώνης.
Επίσης, το 2015 λήγουν επιπλέον ομόλογα αξίας 16,4 δις €, τα οποία ευρίσκονται σε μεγάλο βαθμό στην κατοχή κεντρικών τραπεζών. Με βάση τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ, η Ελλάδα θα είναι σε θέση να εξοφλήσει τα 30,2 δις € από τα 41,3 δις € που οφείλει, όσον αφορά αυτά τα ομόλογα - υπάρχει όμως αμφιβολία για τη δυνατότητα εξόφλησης των υπολοίπων 11,1 δις €.
 
Όπως φαίνεται από τον Πίνακα Ι, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας έχει αυξηθεί σε σχέση με το 2008, κατά περίπου 67 δις € - παρά τις δύο διαγραφές, συνολικού ύψους γύρω στα 120 δις € (οι οποίες κατά ένα μεγάλο μέρος τους αφορούσαν ελληνικά χρήματα, χρεοκόπησαν τις τράπεζες κοκ.). Φυσικά δε, το χρέος ως προς το ΑΕΠ «εκσφενδονίστηκε» στα ύψη, από 110% στο 180% – αφού κατέρρευσε το ΑΕΠ της χώρας, σχεδόν κατά 24%.
 
Πως είναι δυνατόν όμως να αυξηθεί το χρέος ενός κράτους κατά 187 δις € (120 δις € συν 67 δις €) σε πέντε μόλις έτη, όταν σε όλη την προηγούμενη ιστορία του, για πάνω από 60 έτη δηλαδή, δεν είχε ξεπεράσει τα 270 δις €;   
 
Με δεδομένο τώρα το ότι, τα έσοδα του δημοσίου είναι της τάξης του 25% (χωρίς τα ασφαλιστικά), η μείωση του ΑΕΠ κατά 56 δις € περιόρισε τα έσοδα, με τους τότε φόρους (2008), κατά 14 δις € ετήσια – μία πρώτη ζημία, την οποία μας προκάλεσαν αυτοί που, κατά την κυβέρνηση, θα έπρεπε να ευγνωμονούμε.
 
Τα έσοδα βέβαια έμειναν ως είχαν, στα 51,5 δις €, επειδή αυξήθηκαν οι υφιστάμενοι φόροι, ενώ επιβλήθηκαν νέοι – οι οποίοι προκάλεσαν την ύφεση και την τεράστια ανεργία που έχουμε σήμερα. Όσον αφορά τους τόκους, σε απόλυτο μέγεθος, μειώθηκαν μόλις κατά 2,3 δις € - ενώ το έλλειμμα του προϋπολογισμού παρέμεινε στο 6,1%, παρά τις τεράστιες περιπέτειες του παρελθόντος. 
 
Επανερχόμενοι στην απάντηση που οφείλουμε, η Ελλάδα δεν χρεοκόπησε μόνη της, αλλά την χρεοκόπησαν – αυτοί που επέβαλλαν στα τέλη του 2009 τη μεταφορά των εσόδων του 2009 στο 2010, των δαπανών του 2010 στο 2009 (έτσι ώστε να υπερδιογκωθεί το έλλειμμα στο 15,3% ή στα 35 δις €), που προκάλεσαν την προσοχή των αγορών, με αποτέλεσμα να αυξηθούν τα επιτόκια δανεισμού, που τοποθέτησαν ένα «άδειο πιστόλι» στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με την Ευρωζώνη κοκ.
 
Όσον αφορά δε την καταναλωτική συμπεριφορά των Ελλήνων, η αντίστοιχη ακριβώς των Ισπανών, των Πορτογάλων, των Ιρλανδών, των Ολλανδών κοκ. απλά τεκμηριώνει το ότι, εάν η μακροοικονομική πολιτική που εφαρμόζεται από τις κυβερνήσεις είναι λανθασμένη, τότε δεν είναι υπεύθυνοι οι πολίτες, αλλά η πολιτική.
 
Για παράδειγμα, πως θα επένδυαν οι Έλληνες την αυξημένη ρευστότητα που τους προσφερόταν, όταν το φορολογικό «τοπίο» ήταν ασαφές και ασταθές, ενώ το επιχειρηματικό πλαίσιο εχθρικό εκ μέρους του κράτους, με την πολιτική διαπλοκή και τη διαφθορά να μαίνονται;
 
Στην περίπτωση της Ολλανδίας, είναι υπεύθυνοι οι Πολίτες για την υπερχρέωση τους λόγω των επενδύσεων τους στα ακίνητα, αφού η κυβέρνηση επικέντρωσε εκεί τις φορολογικές ελαφρύνσεις; Εκτός αυτού, όταν ολόκληρη η Δύση είναι βυθισμένη στη μεγαλύτερη κρίση των τελευταίων 60 ετών (άρθρο), γιατί κατηγορείται μόνο η Ελλάδα και οι Έλληνες; Όσον αφορά δε τη Γερμανία, δεν υπάρχει κανένας λόγος φυσικά να τη ζηλεύουμε, αφού αυτά που αντιμετωπίζουν οι πολίτες της (ανάλυση), δεν είναι καθόλου αξιοζήλευτα.    
 
Περαιτέρω, σε σχέση με το ΔΝΤ, υπήρχαν πολλές εναλλακτικές λύσεις, στις οποίες έχουμε αναφερθεί έκτοτε, με πολλές αναλύσεις μας (Ο μηδενισμός του χρέους, Εθνικά ομόλογα κλπ.), τουλάχιστον έως την υπογραφή του PSIστα τέλη του 2011 – μία απόλυτα ενδοτική, ποινικά κολάσιμη πράξη (υποθήκευση της χώρας, απώλεια της εθνικής μας κυριαρχίας, αδυναμία επιστροφής στη δραχμή κλπ.), για την οποία πρέπει να τιμωρηθούν, με κάθε αυστηρότητα, όλοι όσοι το υπέγραψαν.
 
Για τα δάνεια δε σίγουρα δεν πρέπει να ευγνωμονούμε κανέναν – επειδή αφενός μεν μας δόθηκαν, αφού προηγήθηκε η σκόπιμη απομόνωση μας από τις αγορές (οπότε ουσιαστικά αντικαταστήθηκαν τα δάνεια που συνήθως λαμβάναμε, όπως δανείζονται όλες οι άλλες χώρες, με τα δάνεια της Τρόικας), αφετέρου διατέθηκαν σχεδόν στο σύνολο τους για τη διάσωση των γερμανικών και γαλλικών τραπεζών (ανάλυση).
 
Εκτός αυτού, σε αντίθεση με τα δάνεια μας από τις αγορές, τα δάνεια από την Τρόικα είναι ενυπόθηκα, αγγλικού δικαίου – ότι χειρότερο δηλαδή θα μπορούσε να μας συμβεί, εάν τυχόν υπάρξει αδυναμία εξόφλησης τους.
 
Περαιτέρω, το τεράστιο κόστος της πατρίδας μας από την αιμοβόρα εισβολή του ΔΝΤ (κατάρρευση της χρηματιστηριακής αξίας των ελληνικών επιχειρήσεων κατά περίπου 300 δις €, μείωση των τιμών των ακινήτων, η οποία κοστίζει συνολικά πάνω από 500 δις €, συρρίκνωση των πάσης φύσεως εισοδημάτων, κόστους πάνω από 30 δις € ετήσια, περιορισμός των φορολογικών εσόδων του δημοσίου κατά 14 δις €, καταστροφή της παραγωγικής μας βάσης, κλείσιμο χιλιάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων ανυπολόγιστου κόστους, έκρηξη της ανεργίας, κόστους άνω των 4 δις € ετήσια κοκ.), δεν αφήνει απολύτως καμία δικαιολογία σε όλους αυτούς, οι οποίοι είτε συνέβαλλαν στην έλευση του «Ταμείου», είτε υποστηρίζουν τα εγκληματικά προγράμματα που μας επέβαλλε.
 
Ολοκληρώνοντας, όσον αφορά τον πρωθυπουργό, ευχόμαστε να μην είναι αυτός που θα οδηγήσει τελικά μία πάμπλουτη χώρα, λεηλατημένη και εξαθλιωμένη από τους νέους φόρους, από τις «δημεύσεις» των ακινήτων, καθώς επίσης από τις πιθανές κατασχέσεις των καταθέσεων, στην ανεξέλεγκτη χρεοκοπία και στη δραχμή – αφού ο εντελώς άθλιος τρόπος διαχείρισης της σημερινής μας κατάστασης, συνηγορεί στη δημιουργία αυτών ακριβώς των φόβων.  
 
Υστερόγραφο: Αυτό που δεν μπορούμε να δικαιολογήσουμε είναι το γιατί η ανεξάρτητη δικαστική εξουσία, συμπεριλαμβανομένων των εξαιρετικών Ελλήνων δικηγόρων, των ικανότατων συνταγματολόγων και των συλλόγων τους, επιτρέπει την καταρράκωση του συντάγματος, τη «δημοκρατική δικτατορία» που επιβάλλεται σταδιακά, καθώς επίσης την απίστευτη «ασυδοσία» εκείνων των πολιτικών, οι οποίοι οδηγούν ενδοτικά την πατρίδα τους στο ικρίωμα.
 
Με δεδομένο δε το ότι, η ανοχή είναι πολύ πιο κατακριτέα ακόμη και από τη συμμετοχή στο έγκλημα που διαπράττεται, μας είναι πραγματικά αδύνατον να κατανοήσουμε που οφείλεται η αδράνεια τους – ενώ φυσικά δεν θέλουμε να πιστέψουμε ότι, ο φόβος είναι αυτός που τους εμποδίζει, όταν τόσα χρόνια στηρίζονταν από όλους τους Πολίτες.
 
Η τελευταία ανάλυση μας (Εθνικοσοσιαλισμός, η οικονομική πλευρά – β) στο
 
 
 Αθήνα, 20. Οκτωβρίου 2013

 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
2085 αναγνώστες
Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2013
12:14

Στα απολυταρχικά καθεστώτα, οι πολίτες οφείλουν να είναι στην υπηρεσία του κράτους – το κράτος δηλαδή προηγείται, ενώ τα άτομα «θυσιάζονται», με στόχο την ισχύ του. Αντίθετα, στα δημοκρατικά πολιτεύματα, το κράτος είναι στην υπηρεσία των πολιτών. Αν και κανένας δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι, η Γερμανία διέπεται από ένα δικτατορικό καθεστώς, οι πολίτες της είναι αναμφίβολα «έρμαιο» του κράτους τους - έτσι όπως αυτό κυβερνάται από τη βιομηχανική ελίτ”.
 
*************************************
 
Η Γερμανία, ήδη από τη δεκαετία του 1980, είχε υψηλά πλεονάσματα, όπως μέχρι πρόσφατα η Κίνα - ενώ την ξεπερνούσε τότε μόνο η Ιαπωνία (πηγή: BIS). Μετά την ένωση της όμως, την οποία ακολούθησε μία εκρηκτική οικοδομική δραστηριότητα που χρηματοδότησε, στο μεγαλύτερο μέρος της, με τη συσσωρευμένη περιουσία της στο εξωτερικό, τα πλεονάσματα της εκμηδενίσθηκαν.
 
Από το 1991 και μετά, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της ήταν ελλειμματικό - έως το 2002, όπου άρχισε να γίνεται πλεονασματικό, με τις εξαγωγές να συμβάλλουν στο 50% του ΑΕΠ. Η επιτυχία της αυτή οφείλεται στη συμφωνία που επετεύχθη με τα εργατικά συνδικάτα στα τέλη του 1990, με βάση την οποία οι αυξήσεις των μισθών ήταν σταθερά χαμηλότερες από την παραγωγικότητα των εργαζομένων.
 
Αμέσως μετά ακολούθησε η «Agenda 2010» από τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση, με μεγάλες αλλαγές στις συνθήκες εργασίας. Στην «Agenda 2010» οφείλεται η μείωση έκτοτε των πραγματικών αμοιβών, όταν στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες αυξάνονταν - γεγονός που λειτούργησε θετικά στην ανταγωνιστικότητα της γερμανικής οικονομίας.
 
Περαιτέρω, το άνοιγμα των αγορών, καθώς επίσης η υιοθέτηση του ευρώ, βοήθησαν σε μεγάλο βαθμό τη Γερμανία - επειδή οι εξαγωγές της, οι οποίες ήταν κατά 70% στην ΕΕ, έπαψαν να αντιμετωπίζουν συναλλαγματικούς κινδύνους στο μεγαλύτερο μέρος τους (Ευρωζώνη).
 
Εκτός αυτού οι τράπεζες της, πριν την δημιουργία της Ευρωζώνης, δεν ήταν σε θέση να «ανακυκλώσουν» πλεονάσματα υψηλότερα του 4% (από μακροοικονομικής πλευράς, απέναντι σε κάθε πλεόνασμα υπάρχει μία αντίστοιχη αύξηση των απαιτήσεων στο εξωτερικό) - επειδή οι υπερβαίνουσες τοποθετήσεις ξεπερνούσαν τα ποσά που ήταν διατεθειμένες να επενδύσουν εκτός Γερμανίας οι επιχειρήσεις, καθώς επίσης οι ασφαλιστικές εταιρείες. Ας μην ξεχνάμε δε ότι οι «χονδρικές» πωλήσεις, οι εξαγωγές στην προκειμένη περίπτωση, είναι συνδεδεμένες με πιστώσεις – οι οποίες συνήθως, όπως συμβαίνει και με τις εταιρείες, διαμορφώνονται μεταξύ 50% και 100% του ετήσιου τζίρου. 
 
Επειδή τώρα οι τράπεζες, οι επιχειρήσεις και οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν επένδυαν στο εξωτερικό πάνω από το 4% των πλεονασμάτων, προκαλούταν αύξηση της ισοτιμίας του μάρκου - γεγονός που μείωνε την ανταγωνιστικότητα της χώρας, ενώ υποτιμούσε τα περιουσιακά στοιχεία της στο εξωτερικό, «εκπεφρασμένα» σε γερμανικά μάρκα.
 
Μετά τη δημιουργία της Ευρωζώνης όμως, αφενός μεν αυξήθηκαν τα ποσά που μπορούσαν να «ανακυκλώνουν» οι τράπεζες (επειδή οι επιχειρήσεις θεωρούσαν αμελητέο τον κίνδυνο απώλειας των τοποθετήσεων τους στην Ευρώπη), αφετέρου δεν υποτιμούταν τα περιουσιακά στοιχεία τους στην Ευρωζώνη, λόγω του ότι ήταν επίσης σε ευρώ. Φυσικά δε το «γερμανικό ευρώ» δεν ανατιμούταν, οπότε δεν μειωνόταν η ανταγωνιστικότητα της χώρας - αντίθετα, το νόμισμα διατηρούταν σε χαμηλά επίπεδα, λόγω της αδυναμίας των υπολοίπων εταίρων της. 
  
Εκτός των παραπάνω, από το 2002 και μετά αυξανόταν συνεχώς το μερίδιο των κερδών των επιχειρήσεων της χώρας στο ΑΕΠ, εις βάρος των μισθών των εργαζομένων - με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις, οι οποίες το 2000 χρειαζόταν πιστώσεις ύψους 6% του ΑΕΠ, να μεταβληθούν από οφειλέτες σε δανειστές. Αντί να δανείζονται χρήματα δηλαδή, δάνειζαν, με το κόστος χρηματοδότησης τους να μετατρέπεται σε κέρδος, από τη χρηματοδότηση άλλων.
 
Αυτό προκάλεσε με τη σειρά του την αύξηση των επενδύσεων στο εξωτερικό (αντί στο εσωτερικό) εκείνων των επιχειρηματικών κερδών, τα οποία προέρχονταν από τις αλλαγές στην εργατική νομοθεσία - καθώς επίσης από τις χαμηλές αμοιβές των εργαζομένων. 
 
Η άλλη όψη του νομίσματος ήταν το ότι, οι χώρες της περιφέρειας της Ευρωζώνης, λόγω των χαμηλών επιτοκίων, καθώς επίσης των μεγαλυτέρων δυνατοτήτων δανεισμού τους, αύξησαν υπερβολικά τόσο τις επενδύσεις, δυστυχώς κυρίως στα ακίνητα, όσο και την κατανάλωση τους - παράγοντας μεγάλα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών, αντίστοιχα των γερμανικών πλεονασμάτων.
 
Σε τελική ανάλυση, οι χώρες της περιφέρειας βρέθηκαν στα όρια της χρεοκοπίας - με ενδεχόμενο αποτέλεσμα να χάσουν τα χρήματα τους τα κράτη του βορά, τα οποία δάνειζαν τα πλεονάσματα τους στα κράτη του νότου (πλεονάσματα που όμως συσσώρευαν τόσα χρόνια οι χώρες του βορά, εις βάρος αυτών του νότου). Κυρίως βέβαια η Γερμανία, όπως αναφέραμε παραπάνω.
 
Η Ελλάδα
 
Στο σημείο αυτό οφείλει να αναρωτηθεί κανείς εάν θα μπορούσε να λειτουργήσει ανάλογα η Ελλάδα, όταν αποφάσισε να συμμετέχει στην Ευρωζώνη – μία απόφαση που οφειλόταν κυρίως στην πρόθεση της να αυξήσει την πιστοληπτική της ικανότητα, αφού με χρέος άνω του 100% του ΑΕΠ της (104,7% το 2001), καθώς επίσης με τα συνεχή ελλείμματα του προϋπολογισμού της, ήταν αδύνατον μεσοπρόθεσμα να αποφύγει διαφορετικά τη χρεοκοπία. 
 
Κατά την άποψη μας η Ελλάδα δεν μπορούσε, κυρίως λόγω της πολιτικής, καθώς επίσης της συνδικαλιστικής διαφθοράς. Ειδικότερα, τυχόν αντίστοιχες με τη Γερμανία απαιτήσεις απέναντι στους εργαζομένους, θα δημιουργούσαν έντονες αντιδράσεις εκ μέρους τους – τόσο απέναντι στην κυβέρνηση, όσο και απέναντι στους ηγέτες των συνδικαλιστικών οργανώσεων.
 
Οι αντιδράσεις θα οδηγούσαν νομοτελειακά τους εργαζομένους στον «έλεγχο της εντιμότητας» όλων αυτών, οι οποίοι θα απαιτούσαν θυσίες εκ μέρους τους – γεγονός που ήταν αδύνατον να επιτρέψουν τόσο οι πολιτικοί, όσο και οι συνδικαλιστές, οι οποίοι ήταν βυθισμένοι στη διαπλοκή και στη διαφθορά (φυσικά με αρκετές εξαιρέσεις, οι οποίες όμως δεν αρκούσαν).
 
Σχετικά τώρα με το εάν θα έπρεπε ή όχι να λειτουργήσει ανάλογα η Ελλάδα, πόσο μάλλον αφού γνώριζε τα σχέδια της Γερμανίας (τα υπόλοιπα κράτη της Ευρωζώνης, όπως και η κεντρική της διοίκηση, τα γνώριζαν επίσης, αφού δεν ήταν κρυφά), έχουμε την άποψη ότι, ειδικά η Ελλάδα, λόγω του υψηλού δημοσίου χρέους της, ήταν υποχρεωμένη να το κάνει – ενώ, εάν είχε επιλέξει το συγκεκριμένο δρόμο, δεν θα βρισκόμαστε σήμερα σε αυτή τη δύσκολη θέση. Ενδεχομένως δε θα ευγνωμονούσαμε το ευρώ, αντί να το θεωρούμε υπεύθυνο για όλα τα δεινά μας – όπως ακριβώς το ευγνωμονεί η Γερμανία.
 
Σε γενικές γραμμές βέβαια δεν συμφωνούμε με τη «μερκαντιλιστική» πολιτική, η οποία ωφελεί το κράτος και τις επιχειρήσεις, εις βάρος των εργαζομένων – μία πολιτική που θα έπρεπε ήδη από το 2000 να είχε απαγορευθεί από την Κομισιόν, η οποία είναι υποχρεωμένη να διατηρεί τις ισορροπίες, τουλάχιστον εντός της Ευρωζώνης.     
 
Ολόκληρη η ανάλυση στο

 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
2123 αναγνώστες
Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013
13:58

Πρόκειται προφανώς για μία θετική εξέλιξη, οπότε θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μία επιτυχία – του ιδιωτικού τομέα βέβαια, όπως έχουμε ήδη αναφέρει (ανάλυση μας), αφού το δημόσιο υποχρέωσε τις τράπεζες να χρεοκοπήσουν, υπογράφοντας το εγκληματικό PSI και αναγκάζοντας τες να διαγράψουν μεγάλο μέρος των απαιτήσεων τους.
 
Εκτός αυτού οι ελληνικές τράπεζες, διαθέτοντας συνολικές καταθέσεις ύψους 163 δις € (παρά το ότι διέφυγαν στο εξωτερικό περίπου 100 δις €, λόγω του φόβου επιστροφής στη δραχμή), έναντι δανείων 220 δις €, ευρίσκονται σε πολύ καλύτερη κατάσταση, συγκριτικά με αυτές άλλων χωρών της Ευρωζώνης - πόσο μάλλον εάν υπολογίσουμε στις αποταμιεύσεις των Ελλήνων ένα μέρος της ακίνητης περιουσίας τους, επειδή οι περισσότεροι επέλεγαν αυτόν τον τρόπο αποταμίευσης, αντί των καταθέσεων.
 
Όμως, από την πλευρά του δημοσίου, πρόκειται ξανά για μία στρεβλή εικόνα – αφού τα αποτελέσματα των μεθόδων και των αποφάσεων του ίσως αποδειχθούν ξανά μοιραία για τις ελληνικές τράπεζες. Το μεγαλύτερο πρόβλημα θα προκύψει πιθανότατα από τις επισφάλειες – οι οποίες οφείλονται αφενός μεν στην κατακόρυφη πτώση των μισθών και των εισοδημάτων, αφετέρου στην ύφεση.
 
Εν τούτοις, το θέμα για την Ελλάδα δεν είναι τόσο η κατάσταση των τραπεζών ή τα προβλήματα που θα αντιμετωπίσουν - αλλά, κυρίως, η δυνατότητα τους να παρέχουν πιστώσεις στην πραγματική οικονομία, έτσι ώστε να διενεργηθούν επενδύσεις, να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας και να ξεφύγουμε από την ύφεση.
 
Στα πλαίσια αυτά, επειδή είναι πολλοί αυτοί που ισχυρίζονται εσφαλμένα ότι, οι ελληνικές τράπεζες έχουν μεγάλα προβλήματα ρευστότητας, οπότε αυτός είναι ο λόγος που δεν δανείζουν την πραγματική οικονομία, θεωρούμε σκόπιμο να αναφέρουμε επιγραμματικά τον τρόπο λειτουργίας των τραπεζών, όσον αφορά την παροχή δανείων. 
 
(α) Η λειτουργία των τραπεζών
 
Οι τράπεζες δεν χρειάζονται καταθέσεις ή δικά τους κεφάλαια, στο ύψος των δανείων που μπορούν να προσφέρουν - επειδή έχουν τη δυνατότητα να δημιουργούν χρήματα από το πουθενά, μέχρι ενός ορισμένου ορίου. Το όριο αυτό έχει σχέση με το ελάχιστο εγγυητικό κεφάλαιο που απαιτούν οι κεντρικές τράπεζες - το οποίο είναι σήμερα 1% στην Ευρωζώνη. Αυτό σημαίνει ότι, για κάθε 100 € δάνειο που παρέχουν, υποχρεούνται να διατηρούν μόλις 1 € στην ΕΚΤ. Στο παράδειγμα που ακολουθεί φαίνεται ο τρόπος, με τον οποίο λειτουργούν οι τράπεζες.
 
Παράδειγμα: Όταν μία τράπεζα προσφέρει ένα δάνειο 100 € σε έναν πελάτη της, τότε έχει μία αντίστοιχη απαίτηση 100 € απέναντι του. Το δάνειο αυτό φαίνεται στο ενεργητικό του Ισολογισμού της τράπεζας - στα περιουσιακά της στοιχεία δηλαδή.
 
Εάν υποθέσουμε τώρα ότι, ο δανειολήπτης παίρνει τα 100 € μετρητά, για να αγοράσει κάποια προϊόντα, δεν σημαίνει ότι η τράπεζα «έχασε» τα 100 € - αφού απλά άλλαξαν οι εγγραφές στο ενεργητικό του Ισολογισμού της. Απλούστατα, μειώθηκαν τα μετρητά από το ταμείο της και αυξήθηκαν οι απαιτήσεις της - με αποτέλεσμα ο Ισολογισμός της να παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητος.
 
Πηγή των μετρητών μπορεί να είναι οι καταθέσεις κάποιων αποταμιευτών που δανείζουν ουσιαστικά τα χρήματα τους στην τράπεζα - η οποία τους τα χρωστάει. Τα χρέη και οι αποταμιεύσεις παραμένουν στην πραγματικότητα αμετάβλητα - με μοναδική διαφορά το ότι, το χρέος της τράπεζας απέναντι στον αποταμιευτή, μεταβιβάζεται στο δανειολήπτη.     
 
Εάν τώρα η τράπεζα παρέχει κάποιο δάνειο, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη αποταμίευση, τότε χρεώνεται απέναντι στην κεντρική τράπεζα (οι ελληνικές τράπεζες, μετά την διαφυγή καταθέσεων ύψους περί τα 100 δις € στο εξωτερικό, δανείσθηκαν από την ΕΚΤ ένα σχεδόν αντίστοιχο ποσόν). Το ύψος των διαθεσίμων χρημάτων της λοιπόν αυξάνεται, ανάλογα με τις πιστώσεις που δίνει - δημιουργείται δηλαδή από το πουθενά.
 
Το πόσες καταθέσεις εγγράφει λοιπόν στα βιβλία της, το πόσα μετρητά χρήματα ή απαιτήσεις δηλαδή διατηρεί στο ενεργητικό του Ισολογισμού της, καθώς επίσης το πόσες υποχρεώσεις έχει απέναντι στους καταθέτες της, στο παθητικό του ισολογισμού της, δεν έχει τεχνικά καμία σχέση με το θέμα της παροχής δανείων.
 
Το ύψος των δανείων τώρα που μπορεί και επιτρέπεται να δώσει μία τράπεζα, σε σχέση με τις καταθέσεις της, καθορίζεται από την πολιτική επιτοκίων της κεντρικής τράπεζας, καθώς επίσης από διάφορες άλλους κανόνες - όπως, για παράδειγμα, από το ύψος των ιδίων κεφαλαίων που υποχρεούται να διατηρεί.
 
(β) Συμπέρασμα
 
Με κριτήριο την παραπάνω υπεραπλουστευμένη ανάλυση της λειτουργίας των τραπεζών κατανοούμε ότι, το πρόβλημα των ελληνικών τραπεζών, όσον αφορά το δανεισμό της πραγματικής οικονομίας, δεν είναι η ρευστότητα τους - αλλά η γενικότερη κατάσταση της πατρίδας μας η οποία, μεταξύ άλλων, τις αναγκάζει να χρεώνουν υψηλότερα επιτόκια, λόγω του πολύ μεγαλύτερου ρίσκου των ελληνικών επιχειρήσεων και νοικοκυριών.
 
Με απλά λόγια η αιτία είναι το ότι οι τράπεζες, για να δανείσουν τα χρήματα τους, οφείλουν να είναι σε κάποιο βαθμό σίγουρες για την επιστροφή τους – να αναλαμβάνουν δηλαδή ρίσκα, τα οποία μπορούν να θεωρηθούν ως φυσιολογικά, ως «διαχειρίσημα». Άλλωστε δεν είναι μόνο υπεύθυνες απέναντι στους μετόχους, αλλά και στους καταθέτες τους – από κάθε πλευρά (τα περί εγγυητικών κεφαλαίων για τις καταθέσεις, είναι εκτός πραγματικότητας).
 
Στα πλαίσια αυτά, καμία τράπεζα δεν δανείζει χρήματα σε υφιστάμενους ή μελλοντικούς ανέργους – σε πολίτες που υπερφορολογούνται, οπότε μειώνονται δραματικά τα εισοδήματα τους, σε επιχειρήσεις που πουλούν όλο και λιγότερα προϊόντα, λόγω μειωμένης κατανάλωσης, σε εταιρείες, οι πελάτες των οποίων αντιμετωπίζουν δυσκολίες πληρωμής των λογαριασμών τους, σε κράτη στα πρόθυρα της χρεοκοπίας κοκ.
 
Εκτός αυτού, όταν οι ενυπόθηκες εγγυήσεις των τραπεζών χάνουν συνεχώς σε αξία αφού, για παράδειγμα, οι τιμές των ακινήτων στην Ελλάδα καταρρέουν, αφενός μεν αναγκάζονται να περιορίσουν τα υφιστάμενα δάνεια τους, λόγω μειωμένων εγγυήσεων, αφετέρου τα καινούργια που τυχόν δίνουν είναι πολύ χαμηλότερα – προσαρμοσμένα στις νέες αξίες των εγγυήσεων τους.
 
Επομένως, πρόκειται και εδώ για μία παταγώδη αποτυχία της πολιτικής αφού, καταδικάζοντας την οικονομία στην ύφεση και στην ανεργία, προκαλεί μία πιστωτική ασφυξία, η οποία θα δημιουργήσει ξανά προβλήματα στις τράπεζες – επειδή τόσο η κερδοφορία, όσο και η επιβίωση τους, είναι συνάρτηση των δανείων που παρέχουν.
 
Τα προβλήματα δε αυτά θα συνεχίσουν να διαχέονται στην πραγματική οικονομία, με αποτέλεσμα να επιταχυνθεί ο καθοδικός σπειροειδής κύκλος - ο οποίος καταλήγει συνήθως στη χρεοκοπία μίας χώρας, συμπεριλαμβανομένων των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων και των τραπεζών της (δεν χρεοκοπούν ποτέ τα κράτη, αλλά οι πολίτες τους). 
 
Ολοκληρώνοντας, ο πρόσφατες απαιτήσεις της Τρόικας να πουλήσουν οι ελληνικές τράπεζες τις θυγατρικές τους στο εξωτερικό (Βαλκάνια κλπ.), έτσι ώστε να ενισχύσουν τα ίδια κεφάλαια τους, αποτελούν μία ακόμη απόδειξη της πλήρους εξάρτησης της χώρας μας – ενώ οφείλει να μας προβληματίσει σοβαρά, σε σχέση με το τι ακριβώς σχεδιάζουν για την Ελλάδα (εξουδετέρωση των παρενεργειών τυχόν χρεοκοπίας της στην Α. Ευρώπη κλπ.).
 
Ολόκληρο το άρθρο στο:
http://www.analyst.gr/2013/09/21/1831/

 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
2840 αναγνώστες
Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013
11:07

Η Ευρώπη αποτελεί χωρίς καμία αμφιβολία την πλέον «επίζηλη», πλούσια και «δημοκρατικά υποδειγματική» περιοχή του πλανήτη - ειδικά πριν από την «εισβολή» του νεοφιλελευθερισμού στα εδάφη της. Οφείλουμε λοιπόν να κάνουμε τα πάντα για να διατηρηθεί τόσο η συνοχή, όσο και η ειρήνη μεταξύ των χωρών που την συναποτελούν - καθώς επίσης η δημοκρατία, οι σχέσεις φιλίας και η αλληλεγγύη μεταξύ των ευρωπαίων πολιτών.
 
****************************************
 
Η Ευρωζώνη, το κοινό νόμισμα δηλαδή, έχει εξελιχθεί δυστυχώς, με αφορμή την Ελλάδα και με αιτία τη Γερμανία, σε μία ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της Ευρώπης - πόσο μάλλον αφού όλοι γνωρίζουμε πλέον ότι, πρόκειται για μια έναν μη άριστο νομισματικό χώρο, ο οποίος για να ολοκληρωθεί απαιτείται η τραπεζική, η δημοσιονομική, καθώς επίσης η πολιτική ένωση του.
 
Κάτι τέτοιο όμως έχει αποδειχθεί πως είναι σχεδόν αδύνατον, επειδή πρόκειται για χώρες εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους - εκάστη εκ των οποίων έχει τη δική της ιστορία, τα δικά της ήθη και έθιμα, καθώς επίσης το δικό της πολιτισμό. Πόσο μάλλον με τη Γερμανία εντός της, η οποία αφενός μεν δεν το θέλει, αφετέρου είναι ο μεγαλύτερος αποσταθεροποιητικός παράγοντας.  
 
Επίσης έχει τεκμηριωθεί ότι, η ένωση τόσων εθνικών κρατών μεταξύ τους είναι ασύμβατη με τη δημοκρατία – αφού η ηγεσία της Ευρωζώνης (Κομισιόν, ΕΚΤ κλπ.) δεν εκλέγεται αλλά διορίζεται, ενώ δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί από τους πολίτες (οπότε οι Ευρωπαίοι είναι αντιμέτωποι με μία «εκκολαπτόμενη» δικτατορία-υπηρέτη των αγορών).    
 
Με δεδομένα τώρα τα παραπάνω, καθώς επίσης τις ευρωπαϊκές ασυμμετρίες, εάν δεν υπάρξει μία ριζική λύση δεν θα καταστραφεί μόνο η Ευρωζώνη (ανεξέλεγκτες χρεοκοπίες, διάλυση), αλλά ολόκληρη η Ευρωπαϊκή Ένωση - γεγονός που θα μετέτρεπε την ήπειρο μας σε στόχο (λεία) των μεγάλων δυνάμεων του πλανήτη (Ευρώπη, το χρυσόμαλλο δέρας). Ενδεχομένως δε θα δημιουργούσε μεγάλες εντάσεις στο εσωτερικό της, οι οποίες θα μπορούσαν να καταλήξουν σε ευρείες κοινωνικές αναταραχές, καθώς επίσης σε διακρατικούς πολέμους. 
 
Κατά την άποψη μας λοιπόν, η μοναδική υγιής λύση όλων των προβλημάτων της Ευρωζώνης, καθώς επίσης της ΕΕ, είναι η επιστροφή στην αφετηρία (ανάλυση μας) - η υιοθέτηση δηλαδή των εθνικών νομισμάτων από όλες τις χώρες μαζί, καθώς επίσης η σύνδεση τους με την προηγούμενη μορφή του ευρώ: με το ECU, (EuropeanCurrencyUnit).
 
Πρόβλημα θα υπήρχε μόνο όσον αφορά τα εξωτερικά χρέη των χωρών, τα οποία είναι κυρίως μεταξύ τους και σε ευρώ (τα χρέη σε δολάριο, με δεδομένη την αδυναμία των Η.Π.Α., δεν θα ήταν ίσως τόσο επικίνδυνα). Στην προκειμένη περίπτωση, εάν μετατρέπονταν όλα τα χρέη σε ευρώ στο εκάστοτε εθνικό νόμισμα (κρατών, τραπεζών, επιχειρήσεων και νοικοκυριών),θα διευκολύνονταν οι υπερχρεωμένες χώρες (οφειλέτες) - ενώ θα αντιμετώπιζαν προβλήματα οι πλεονασματικές (δανειστές).
 
Εν τούτοις, με δεδομένο το ότι αργά ή γρήγορα οι χώρες-δανειστές δεν θα μπορέσουν να εισπράξουν τις απαιτήσεις τους, οπότε θα χάσουν πολύ περισσότερα, ίσως η λύση αυτή να είναι προτιμότερη - πόσο μάλλον όταν δεν υπάρχουν υπό τις σημερινές συνθήκες ανώδυνοι δρόμοι.
 
Φυσικά, ένα τέτοιο ενδεχόμενο πρέπει να αναλυθεί με κάθε λεπτομέρεια - αφού συμμετέχουν πολλοί παράγοντες (ΕΚΤ, εθνικές κεντρικές τράπεζες, διεθνές δίκαιο  κλπ.). Εν τούτοις, εάν δεν συμβεί γρήγορα κάτι ουσιαστικό, η κρίση χρέους θα καταστρέψει ολόκληρη την Ευρώπη - γεγονός που αποτελεί έναν τεράστιο κίνδυνο από πολλές πλευρές (όχι μόνο οικονομικό).
 
Σε κάθε περίπτωση, εάν η Ευρωζώνη επέστρεφε στην αφετηρία, οι ευρωπαϊκές ασυμμετρίες θα έπαυαν να υπάρχουν, ενώ θα μπορούσαν να εισέλθουν στην ΕΕ και άλλες χώρες, όπως η Ελβετία και η Νορβηγία - ειδικά δε η Ρωσία, η οποία θα την ολοκλήρωνε στρατιωτικά και ενεργειακά.  
 
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
 
Η κρίση υπερχρέωσης της Δύσης απαιτεί ριζικές λύσεις - όπως, για παράδειγμα, την επιστροφή της Ευρωζώνης στην αφετηρία, τις ευρείες διαγραφές χρεών, τις αυστηρές «ρυθμίσεις» του χρηματοπιστωτικού συστήματος, νομισματικούς νεωτερισμούς κλπ. (θέματα που θα μας απασχολήσουν σε επόμενα κείμενα μας).
 
Εάν δεν συμβεί κάτι τέτοιο, η επίλυση της υπερχρέωσης «γεωπολιτικά», μέσω πολέμων δηλαδή (όπως αυτός που σχεδιάζεται να διεξαχθεί σήμερα από την υπερδύναμη με αφορμή τη Συρία, γιατην κατάκτηση των ενεργειακών πηγών του κόλπου), ίσως αποβεί μοιραία για τον πλανήτη – αφού πιθανότατα θα προκαλέσει τον 3ο Παγκόσμιο Πόλεμο.  
 
Ανεξάρτητα όμως από αυτό, επειδή δεν μπορούμε να περιμένουμε τι θα αποφασισθεί τελικά, εμείς οι Έλληνες πρέπει να αντιδράσουμε συλλογικά - σε όλα όσα σχεδιάζονται μυστικά εναντίον μας, πριν είναι πολύ αργά.
 
Ειδικά όσον αφορά τη δημόσια περιουσία μας, οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι, προγραμματίζεται η αναγκαστική κατάσχεση της - ακριβώς όπως συμβαίνει με τις τράπεζες, για τα ενυπόθηκα δάνεια που οφείλονται.
 
Για παράδειγμα, σε αυτές τις περιπτώσεις η τράπεζα κατάσχει ένα ακίνητο αξίας 100.000 €, έναντι δανείου 80.000 €. Στη συνέχεια, πλειστηριάζει το ακίνητο για 20.000 € και αφαιρεί το ποσόν αυτό, μειωμένο κατά τα έξοδα της. από την οφειλή μας. Σε τελική ανάλυση, παραμένουμε χρεωμένοι με 65-70 χιλιάδες, χωρίς να έχουμε το ακίνητο στην ιδιοκτησία μας - οπότε μετατρεπόμαστε σε αιώνιους δούλους ενός χρέους, το οποίο συνεχίζει να αυξάνεται από τους τόκους, όσο δεν το εξοφλούμε.
 
Συνεχίζοντας, όλα όσα έχουν αναφερθεί τις τελευταίες ημέρες από τα διεθνή και ελληνικά ΜΜΕ είναι απολύτως σωστά – αφού η μεταβίβαση ολόκληρου του ΤΑΙΠΕΔ (80.000 ελληνικά ακίνητα κλπ.), σε μία εταιρεία συμμετοχών (holding) με έδρα το Λουξεμβούργο, αφενός μεν έχει προγραμματισθεί από το ESM, αφετέρου είναι μέρος των ευρύτερων σχεδίων της Ευρωζώνης (Γερμανίας).
 
Στα πλαίσια αυτών των σχεδίων η Ελλάδα θα χρησιμοποιηθεί ακόμη μία φορά ως πειραματόζωο, έτσι ώστε να αποτελέσει «δεδικασμένο» η αναγκαστική εκποίηση δημόσιας περιουσίας (όπως ακριβώς συμβαίνει με τις χρεοκοπημένες επιχειρήσεις), για την εξόφληση των απαιτήσεων των διεθνών δανειστών (θα ακολουθήσει η Κύπρος, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία κοκ.). 
 
Άλλωστε, όπως αναφέραμε ήδη, όταν «εκλιπαρεί» κανείς γονατιστός για δανεικά απαιτούνται δυσανάλογα ανταλλάγματα, αφού δεν υπάρχει πουθενά «δωρεάν γεύμα» – όπως, για παράδειγμα, η αναγκαστική εκποίηση της δημόσιας περιουσίας, αξίας άνω των 300 δις € για πολύ λιγότερα, από τους ξένους συνδίκους πτώχευσης. Επίσης, απαιτούνται νέα μέτρα λιτότητας, μνημόνια κοκ. – αφού οι πιστωτές προσπαθούν εύλογα να εξασφαλίσουν τις προϋποθέσεις εξόφλησης τους.  
 
Περαιτέρω, εάν εκποιηθούν όλα τα ακίνητα του ελληνικού δημοσίου, πόσο μάλλον παράλληλα με την άρση του νόμου περί μη κατάσχεσης της πρώτης κατοικίας, η αγορά ακινήτων στην Ελλάδα θα καταρρεύσει – με αποτέλεσμα να προκληθούν ζημίες στη χώρα μας, οι οποίες θα ξεπεράσουν τα 500 δις €, οδηγώντας μας άμεσα στην ανεξέλεγκτη χρεοκοπία.
 
Φυσικά αυτό θα σημάνει την πτώση της σημερινής κυβέρνησης, καθώς επίσης την αδυναμία οποιασδήποτε άλλης να ανέλθει στην εξουσία - αφού αυτού του είδους τα προβλήματα δεν αντιμετωπίζονται. Επομένως θα ακολουθούσε, ως συνήθως συμβαίνει, η αναρχία, την οποία μάλλον θα αναλάμβανε να διαχειριστεί υποχρεωτικά ο στρατός – ενδεχόμενο που ίσως ευρίσκεται στα σχέδια των εισβολέων.
 
Η χώρα μας λοιπόν ευρίσκεται σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, γεγονός που απαιτεί την εγρήγορση, καθώς επίσης την άμεση αντίδραση όλων των πολιτών της – επίσης των Ευρωπαίων, αφού είναι κάτι περισσότερο από βέβαιη η «μετάσταση» των ελληνικών προβλημάτων σε ολόκληρη την ήπειρο.
 
Ολοκληρώνοντας, ίσως οφείλουμε να προσθέσουμε εδώ ότι, είναι αδιανόητο να υπάρχουν ελλείμματα στον κρατικό προϋπολογισμό, καθώς επίσης να συνεχίζεται η αύξηση του δημοσίου χρέους - παρά την τεράστια αύξηση των φόρων, την κατακόρυφη μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, το ραγδαίο περιορισμό του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών, την αύξηση του τουρισμού κλπ. Πιθανότατα λοιπόν συμβαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό – το οποίο υποθέτουμε μεν, αλλά αδυνατούμε δυστυχώς να τεκμηριώσουμε. 
 
Ολόκληρο το άρθρο στο:
 
Αθήνα, 01. Σεπτεμβρίου 2013

 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
1463 αναγνώστες
Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013
10:54

 

"Εάν στην δραματική πτώση των αμοιβών των Ελλήνων εργαζομένων, συνυπολογίσουμε την τεράστια μείωση όλων των εισοδημάτων (ενοίκια, κέρδη επιχειρήσεων κλπ.), όλων των λοιπών «αξιών» (τιμές ακινήτων, μετοχές κοκ.), τους υπέρογκους άμεσους και έμμεσους φόρους, τα χαράτσια, καθώς επίσης όλες τις άλλες επιβαρύνσεις, σε συνδυασμό με τη μείωση της ανταποδοτικότητας του δημοσίου (περιορισμός του κοινωνικού κράτους), τότε μόνο ως «σκόπιμα εγκληματικά» μπορεί να περιγράψει κανείς τα μέτρα και τα μνημόνια που επιβλήθηκαν.
 
Σε καμία περίπτωση λοιπόν ως απλά λανθασμένα, όπως αποδέχεται για πολλοστή φορά το ΔΝΤ – αν και κανένας δεν θα μπορούσε ποτέ να μας πείσει ότι, οι σχεδόν 10.000 οικονομολόγοι που απασχολεί η Παγκόσμια Τράπεζα, ο «εντολέας» ουσιαστικά του ΔΝΤ, καθώς επίσης τα δικά του στελέχη, έκαναν δήθεν λάθη στους υπολογισμούς τους.
 
Πόσο μάλλον αφού διαπιστώνεται ότι, όλες αυτές οι επιβαρύνσεις όχι μόνο δεν «πιάνουν τόπο», όχι μόνο δεν διορθώνουν τίποτα αλλά, αντίθετα, επιδεινώνουν ραγδαία τα μεγέθη της οικονομίας μας – με το δημόσιο χρέος στο τέλος του έτους να πλησιάζει το 200% του ΑΕΠ, από 112,9% το 2008 και παρά τις δύο διαγραφές / haircut (πολύ περισσότερο εάν συνυπολογίσει κανείς τις πραγματικές ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών)."   
 
******************************************
 
Μόνο ντροπή μπορεί να νοιώσει κανείς, μεγάλη ντροπή διαβάζοντας ότι, η Ευρώπη θέλει να κρατήσει την ανίκανη Ελλάδα με κάθε τρόπο στο ευρώ, για να αποφύγει ο πλανήτης την τεράστια χρηματοπιστωτική έκρηξη, την οποία θα προκαλούσε τυχόν έξοδος της – γεγονός που ίσως μεταφράζεται στο ότι, προετοιμάζεται κατάλληλα για να τη διώξει, αφού προηγουμένως την εξευτελίσει διεθνώς και τη λεηλατήσει.
 
Ντροπή επίσης για τις πρόσφατες συζητήσεις που αφορούν μία επόμενη διαγραφή χρέους ή/και ένα τρίτο πακέτο στήριξης – γεγονότα που, εάν τυχόν συμβούν, θα σημάνουν την ολοκληρωτική, άνευ όρων υποδούλωση της πατρίδας μας στη Γερμανία και στο ΔΝΤ.
 
Περαιτέρω, είναι αυτονόητο το ότι, η Ελλάδα θα συνεχίσει παίρνει τόσα χρήματα, όσα είναι απαραίτητα για την πληρωμή των δανειστών της – πάντοτε υπό την προϋπόθεση πως θα υπογράφει προηγουμένως τη σταδιακή καταδίκη και τον αργό θάνατο της: τα νομοσχέδια της ντροπής δηλαδή, εμπλουτισμένα με όλο και περισσότερους φόρους υποτέλειας.
 
Φυσικά, για τις ανάγκες της πραγματικής οικονομίας της, δεν εισέπραξε ποτέ απολύτως τίποτα – ούτε και πρόκειται να εισπράξει (άρθρο μας). Κανένας δεν ενδιαφέρεται για έναν λαό, ο οποίος σκύβει συνεχώς το κεφάλι και ανέχεται τα πάντα, προκαλώντας την αποστροφή ακόμη και των βασανιστών του – για έναν σκλάβο που, αντί να μάχεται για την ελευθερία του, παρακαλεί γονατιστός για την επιβίωση του.
 
Ποιος και γιατί να ενδιαφερθεί άλλωστε για μία διαβρωμένη κοινωνία, η οποία παρακολουθεί αποχαυνωμένη τους παντογνώστες υπαλλήλους και λοιπούς «παρατρεχάμενους» των διατεταγμένων ΜΜΕ που, έναντι αμοιβής, δόξας ή αυτοπροβολής, της εξηγούν επιστημονικά γιατί πρέπει να υποφέρει ή ποιόν να ενοχοποιεί;
 
Παράλληλα βέβαια, «ο λαός εκτονώνεται» είτε στα κοινωνικά δίκτυα, είτε συζητώντας τα μεγαλύτερα δεινά των άλλων – αφού γνωρίζουμε όλοι ότι, η φτώχεια είναι συγκριτικό μέγεθος, οπότε γίνεται πολύ πιο εύκολα αποδεκτή, όταν ο γείτονας είναι περισσότερο εξαθλιωμένος ή λιμοκτονεί.
 
Επίσης γνωρίζουμε πως η εξάρτηση υποδηλώνει ουσιαστικά μία βαθύτερη, κρυμμένη επιθυμία, οι τύψεις επιβαρύνουν τα βασανισμένα θύματα και όχι τους αυταρχικούς θήτες, ενώ η δήθεν αυτοκριτική των ηττημένων, «απαλύνει» την πίκρα της ήττας και της αποτυχίας.
 
Πιθανότατα, εάν δεν είχαν κορυφωθεί οι ταραχές στην Αίγυπτο, όπου οι πολίτες της δεν εξεγείρονται προφανώς για τη Δημοκρατία, αλλά επειδή κάθε δεύτερος πεινάει (η επισιτιστική κρίση μαίνεται), η Ελλάδα να υποχρεωνόταν σε ακόμη μεγαλύτερες «υποκλίσεις» – με την κυβέρνηση, αλλά και με την αντιπολίτευση, σύσσωμες, με κάθε θυσία, στο πλευρό των δημοσίων υπαλλήλων.
 
Προφανώς όχι από καλοσύνη, αλλά λόγω του ότι είναι η πιο συνεκτική ομάδα ψηφοφόρων - αδιαφορώντας πλήρως για όλους αυτούς, από τους οποίους «τρέφεται» το δημόσιο, αν και σήμερα με τις σάρκες τους πλέον: για τον ιδιωτικό τομέα.
 
Χωρίς η κυβέρνηση καν να υπολογίζει, ως οφείλει, τον αριθμό των ΔΥ ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, όπου στα 233 δις € του ΑΕΠ μας το 2008 το ποσοστό των 750.000 ΔΥ ήταν 32% (ενώ στα σημερινά 184 δις €, με το ίδιο ποσοστό, θα έπρεπε να είναι  περίπου 600.000), «μεταφέρει» το σύνολο των απολύσεων στον ιδιωτικό τομέα – στον οποίο η ανεργία, εάν δεν υπολογίσουμε το δημόσιο τομέα, συμπεριλαμβάνοντας φυσικά τους χιλιάδες μικρομεσαίους επιχειρηματίες που χρεοκόπησαν και δεν καταγράφονται στατιστικά, πλησιάζει επίσημα το 40%.
 
Το γεγονός αυτό μπορεί να το παρομοιάσει κανείς με μία επιχείρηση η οποία, παρά τη ραγδαία πτώση του τζίρου και της κερδοφορίας της, επιμένει να απασχολεί τον ίδιο αριθμό εργαζομένων – ακόμη χειρότερα, με μία ανόητη εταιρεία, η οποία απολύει εκείνους που αυξάνουν το τζίρο και τα κέρδη της, κρατώντας με κάθε θυσία αυτούς που στηρίζουν το θρόνο και τη βασιλική αυλή!
 
Η ελληνική κυβέρνηση βέβαια δεν σκέφτεται καθόλου πως θα αυξήσει το τζίρο και τα κέρδη της χώρας της – αλλά αποκλειστικά και μόνο τις μεθοδεύσεις, με τις οποίες θα μειώσει τον αριθμό των εργαζομένων και τις αμοιβές τους, στα όρια της πείνας και της εξαθλίωσης.
 
Με άλλα λόγια, πως θα πετάξει όσο περισσότερους μπορεί από το καράβι, στοιβάζοντας τους υπόλοιπους στα αμπάρια και αδιαφορώντας για τη «λιμοκτονία» τους. Της αρκεί προφανώς να κυβερνάει το πλοίο, ακόμη και αν μετατρέπεται, αργά αλλά σταθερά, σε ένα άθλιο «σαπιοκάραβο» – αφού συνεχίζει να «διασπείρει» ψευδείς ελπίδες, με μοναδικό σκοπό την παραμονή της στην εξουσία.
 
Επανερχόμενοι στο θέμα μας, η ανεργία στο δημόσιο τομέα έχει αυξηθεί κατά 0%, ενώ στον ιδιωτικό τομέα κατά 30% – έχοντας φτάσει ίσως στο ανώτατο δυνατό όριο «αποδοχής» της.
 
Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι, θα επιθυμούσε κανείς την απόλυση οποιουδήποτε, στρέφοντας τη μία κοινωνική ομάδα εναντίον της άλλης – τη μέθοδο δηλαδή που εφαρμόζει το ΔΝΤ, σε όσες χώρες εισβάλλει. Είναι όμως εντελώς άδικο να επιβαρύνεται και να καταδικάζεται εκείνος ο τομέας, ο οποίος ήταν ο υγιέστερος στη χώρα μας, απλά και μόνο για να παραμένουν στο απυρόβλητο τα προνόμια του δημοσίου, για «ψηφοθηρικούς» σκοπούς.
 
Πόσο μάλλον όταν η λύση για την ευημερία και των δύο τομέων δεν είναι άλλη, από την αύξηση του ΑΕΠ – από την ανάπτυξη δηλαδή, την οποία μας στέρησε το ΔΝΤ σκόπιμα, για να δημιουργήσει τις κατάλληλες προϋποθέσεις λεηλασίας τόσο του δημόσιου, όσο και του ιδιωτικού πλούτου της πατρίδας μας.
 
Μία ανάπτυξη που θα έπρεπε άμεσα να επιδιώξουμε, με τις δικές μας μικρομεσαίες επιχειρήσεις και με τα δικά μας μέσα – μειώνοντας την εξάρτηση μας από τους διεθνείς τοκογλύφους. Άλλωστε, είναι παράλογο να περιμένουμε πως «οι ξένοι» θα τολμήσουν να επενδύσουν σε μία χώρα, χωρίς σταθερό φορολογικό και επιχειρηματικό πλαίσιο, το δημόσιο της οποίας εμποδίζει ή εκμεταλλεύεται όσο μπορεί την ιδιωτική πρωτοβουλία – ειδικά όταν οι ίδιοι οι Πολίτες της αποφεύγουν πια τις επενδύσεις, όπως «ο διάβολος το λιβάνι».
 
Με βάση όλα τα παραπάνω, αλλά και με αυτά που διαπιστώνονται στα χρόνια της κρίσης, δεν μπορεί παρά να θέσει κανείς στον εαυτό του τα εξής ρητορικά ερωτήματα:
 
(α)  Ήταν αλήθεια τα τετρακόσια σκοτεινά χρόνια σκλαβιάς από μία υποανάπτυκτη, πρωτόγονη χώρα, ικανά να σβήσουν από το γενετικό κώδικα των Ελλήνων τα 7.000 χρόνια του ασύγκριτου πολιτισμού τους, ο οποίος θα επηρεάζει για πάντα ολόκληρη την ανθρωπότητα;
 
(β)  Ήταν τα τριάντα χρόνια μίας πλαστής ευημερίας, βασισμένης στον εισαγόμενο από τις Η.Π.Α. άκρατο δανεισμό και τυχοδιωκτισμό, ικανά να κάνουν δειλό και σκλάβο μαζί έναν λαό, ο οποίος θυσίαζε για αιώνες ολόκληρους τα πάντα, στο βωμό της υπεράσπισης της ελευθερίας, καθώς επίσης της εθνικής κυριαρχίας του;
 
(γ)  Ικανοποιεί τους Έλληνες, ειδικά αυτούς που έχουν συνταγματική υποχρέωση να προστατεύουν την πατρίδα τους, εγγυώμενοι την άμυνα, την εθνική κυριαρχία και την ασφάλεια της, απλά να τρέφονται περιστασιακά και να κοιμούνται, ανεχόμενοι τις προσβολές και αδιαφορώντας για τα πραγματικά καθήκοντα τους;
 
(δ)  Ήταν σε θέση το «ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε», προϊόν της πολιτικής διαπλοκής και διαφθοράς, να εκμηδενίσει εντελώς το σεβασμό του ατόμου προς τον εαυτό του, προς το συνάνθρωπο του, προς την πατρίδα, προς τους Θεσμούς και τους νόμους;
 
(ε)  Πως μπορεί ένας περιορισμένος αριθμός πλήρως διεφθαρμένων και απίστευτα ιδιοτελών, ανόητων εξουσιομανών, με άβουλα πιόνια ορισμένους επαίσχυντους Εφιάλτες, να τυραννάει τη συντριπτική πλειοψηφία των Πολιτών μίας χώρας, χωρίς να φοβάται την παραμικρή αντίδραση εκ μέρους τους;
 
(στ) Πώς να χαρακτηρίσεις τους Πολίτες ενός κάποτε υπερήφανου κράτους που κυβερνάται σήμερα από τα κόμματα που το χρεοκόπησαν, με «στελέχη» απελπιστικής νοημοσύνης; Πολίτες που δεν κατανοούν ότι, η αντιπολίτευση είναι σημαντικότερη για τη σωστή διακυβέρνηση μίας χώρας, έχοντας μεγαλύτερες ευθύνες για το κατάντημα της πατρίδας της, ακόμη και από την ίδια την κυβέρνηση;
 
(ζ)  Ποιος είναι ο κατάλληλος χαρακτηρισμός για εκείνους τους συνδικαλιστές, οι οποίοι διαμαρτύρονται και απεργούν μόνο όταν απειλούνται τα δικά τους συμφέροντα, αδιαφορώντας εντελώς για όλους τους υπόλοιπους; Πότε αντέδρασαν οι εργαζόμενοι της ΕΡΤ, για παράδειγμα, σε σχέση με τα δεκάδες νομοσχέδια, τα οποία «αποδομούν» μεθοδικά το κοινωνικό κράτος; Πότε διαδήλωσαν οι Πολίτες μαζικά, για συλλογικά, μη συντεχνιακά, κοινά προβλήματα, όπως η απώλεια της εθνικής τους κυριαρχίας και η λεηλασία της πατρίδας τους;
 
(η)  Μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει «άβουλο κοπάδι» τους εκπροσώπους των Πολιτών στο κοινοβούλιο, επειδή ψηφίζουν καθημερινά νομοσχέδια εναντίον της πατρίδας τους, χωρίς ταυτόχρονα να ενοχοποιήσει ακόμη περισσότερο τον «όχλο» που τους επέλεξε, συνεχίζοντας μαζοχιστικά να τους ανέχεται;
 
(θ) Πως «εμφυτεύονται» ανυπόστατες ενοχές στην αντίληψη ενός λαού, πως χειραγωγείται τόσο απλά, πως καλλιεργείται η μιζέρια και πως αλλοτριώνεται τόσο εύκολα μία κοινωνία; Πως παραμένουν τόσο πολλοί άνθρωποι αδρανείς στους καναπέδες τους, παρακολουθώντας να καταστρέφονται τα πάντα γύρω τους; Εάν αδιαφορούν για τον εαυτό τους, με ποιο δικαίωμα καταδικάζουν τα παιδιά και τα εγγόνια τους;
 
(ι)  Πιστεύουν ίσως ότι, δεν πρόκειται για τη δική τους ζωή, αλλά για κάποιο «θέατρο του παραλόγου», το οποίο δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα, αλλά στη σφαίρα της φαντασίας τους; Ή μήπως θεωρούν ανόητα πως αυτά που διαδραματίζονται, δεν πρόκειται να αγγίξουν τους ίδιους, αλλά μόνο τους γύρω τους;
 
«Άλυτος γρίφος η ψυχή του ανθρώπου, άβυσσος η νοημοσύνη μίας κοινωνίας, εγκληματικές οι ανοχές και οι αντοχές της», θα έλεγε κανείς, αδυνατώντας να ερμηνεύσει αυτά που συμβαίνουν, χρησιμοποιώντας την κοινή λογική – η οποία, ελπίζουμε προσωρινά, έχει εγκαταλείψει εντελώς την Ελλάδα.
 
Τελευταίο άρθρο μας στο:
 

 

 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
«Πρώτη<34567891011>Τελευταία»

Σχετικά με το blog
Μακροοικονομικά θέματα, πολιτικές απόψεις και μικροοικονομικές αναλύσεις.
Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις