Βασίλης Βιλιάρδος
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Λίγα λόγια για εμένα
Είμαι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχω εκδώσει το βιβλίο «Υπέρβαση Εξουσίας» και γράφω οικονομικές αναλύσεις σε έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ. Πρόσφατες εκδόσεις "Η κρίση των κρίσεων" σε τρία βιβλία.
Σύνδεσμοι


RE-REMICS
4134 αναγνώστες
Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009
16:21

Η εγκληματική συνταγή που σταμάτησε δραστικά την κεφαλαιακή «αιμορραγία» των τραπεζών, αύξησε ως δια μαγείας την κερδοφορία τους και τοποθέτησε ακόμη μία βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια του συστήματος.    

 

**********

 

Αμέσως μετά την επιστροφή (;) στην κερδοφορία αρκετών αμερικανικών τραπεζών, φαίνεται να «ανακάμπτει» η δημιουργικότητα στη Wall Street, με τα γνωστά μας δομημένα επενδυτικά προϊόντα («τοξικά ομόλογα») να επανέρχονται δριμύτερα στο προσκήνιο – «εξελιγμένα» και πιο επιθετικά. Ο χρηματοπιστωτικός κλάδος «ανασκευάζει» εκ νέου τα πολύπλοκα προϊόντα του και αναθερμαίνει την «καταπονημένη» αγορά, μέσα από έναν «μαγικό τύπο», ο οποίος ονομάζεται «Re-Remic» (resecuritization of existing residential mortgage backed securities).

 

Το «μυστικό», η συνταγή καλύτερα, είναι ο προσεκτικός «τεμαχισμός» των προηγουμένων ομολόγων (στεγαστικά μειωμένης εξασφάλισης κ.α.), ο διαχωρισμός τους ανάλογα με την επικινδυνότητα εκάστου, καθώς επίσης η «ανασυσκευασία» τους σε καινούργια - ένα μεγάλο μέρος των οποίων διαθέτει εκ νέου πολύ καλύτερες αξιολογήσεις από αυτές που «δικαιούται».  

 

Αναλυτικότερα, όπως έχουμε γράψει σε προηγούμενο άρθρο μας (23.11.2008), η σημερινή χρηματοοικονομική κρίση προήλθε κυρίως από δύο «εκρηκτικά» προϊόντα, τα οποία δημιούργησαν δύο παράλληλες «φούσκες» (εκ των οποίων η μία μόνο έχει «εκραγεί», με τα γνωστά μας αποτελέσματα), χωριστές μεταξύ τους αλλά και αναπόσπαστα συνδεδεμένες. Το ένα χρηματοοικονομικό προϊόν (το δεύτερο είναι τα CDS, τα οποία ασφαλίζουν δάνεια και διάφορα άλλα επενδυτικά προϊόντα, με κύριο ασφαλιστή την AIG και σημερινό όγκο περί τα 30 τρις $), είναι τα ενυπόθηκα δάνεια, κυρίως χαμηλής εξασφάλισης (subprimes), τα οποία «τιτλοποιήθηκαν» (Collateralized Dept ObligationCDOs, CDOs από CDOs, τα RMBS κ.α.) και πουλήθηκαν ως εξής:

 

(α) Από τα χρέη έγιναν αξιόγραφα και οι πιστώσεις πουλήθηκαν: Η τράπεζα δηλαδή πουλάει τα ενυπόθηκα δάνεια της σε μία εταιρεία, η οποία ιδρύεται για αυτόν ακριβώς το λόγο. Η εταιρεία αυτή «τιτλοποιεί» τα δάνεια χιλιάδων πελατών της τράπεζας και τα μετατρέπει σε διαπραγματεύσιμα αξιόγραφα (ομολογίες) - στα «Asset-Backed Securities» (ABS).

 

(β) Τα αξιόγραφα αυτά κατηγοριοποιούνται από τις διεθνείς εταιρείες αξιολόγησης, ανάλογα με τις δυνατότητες αποπληρωμής τους. Όσο μεγαλύτερη είναι η αξιολόγηση που τους παρέχει το χρηματοπιστωτικό «ΚΤΕΟ» (Moodys κλπ), τόσο πιο σίγουρη είναι η ρευστοποίηση τους και τόσο χαμηλότερη η απόδοση τους στους επενδυτές. Αντίθετα, όσο μικρότερη, τόσο αυξάνεται το επιτόκιο του ρίσκου (υψηλότερη απόδοση στους επενδυτές).     

 

(γ) Στη συνέχεια, τα αξιόγραφα αυτά μεταβιβάζονται σε εταιρείες που έχουν συσταθεί για αυτόν ακριβώς το σκοπό και κατηγοριοποιούνται (ομαδοποιούνται, συγκεντρώνονται), με κριτήριο τον πιστωτικό τους κίνδυνο, όπως αυτός βαθμολογήθηκε πριν από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης. Έτσι δημιουργούνται τα CDOs, τα οποία συγκεντρώνουν ομάδες πιστώσεων με κοινό ρίσκο. Ανάλογα με το ρίσκο διαμορφώνεται και η απόδοση τους για τους επενδυτές – εξ αυτής η τιμή πώλησης τους. Επίσης, η υποχρέωση των τραπεζών που ενδεχομένως τα αγοράζουν, να κατέχουν τα απαιτούμενα από το νόμο Ίδια «εγγυητικά» Κεφάλαια. Η απόσταση τώρα μεταξύ του αρχικού δανείου και του πραγματικού δανειστή αυξάνεται.

 

(δ) Μεγάλοι επενδυτές (τράπεζες, κράτη, hedge funds κ.α.), από ολόκληρο τον κόσμο, αγοράζουν τα σύνθετα αυτά προϊόντα (CDOs), μάλλον εν αγνοία των κινδύνων τους. Κάποιοι φυσικά πουλούν «υποδιαιρέσεις» τους στους τελικούς καταναλωτές – ιδιώτες επενδυτές (όπως τα γνωστά προϊόντα δήθεν εγγυημένου Κεφαλαίου της Lehmann Brothers από τη Citi Bank κ.α.) Δυστυχώς υπήρξε πρόβλημα με τους Οίκους Αξιολόγησης, οι οποίοι «βαθμολόγησαν» λανθασμένα (;) τα προϊόντα αυτά, ιδίως τη «δεύτερη γενιά» τους – τα CDOs δηλαδή που προέρχονται από διάφορα «επιλεγμένα» CDO, τα οποία αγοράζονται χωριστά και πουλιούνται μαζί σε ένα καινούργιο προϊόν (CDOs από CDOs).

 

Σήμερα, μετά την εκκωφαντική «έκρηξη» της παραπάνω αγοράς, τα ίδια αυτά προϊόντα «σπάζουν» ξανά, διαχωρίζονται όσα έχουν χαμηλότερο ρίσκο (θεωρητικά - ουσιαστικά λαμβάνουν καλύτερη αξιολόγηση) και πωλούνται εκ νέου, με καινούργιους όρους. Μέσω αυτής της μαγικής συνταγής, αφενός μεν αναβιώνει δριμύτερη η κερδοσκοπική αγορά των «δομημένων προϊόντων», αφετέρου δε οι τράπεζες δεσμεύουν λιγότερα ίδια κεφάλαια για τα subprimes που διατηρούν στα χαρτοφυλάκια τους (ταυτόχρονα αναδιαμορφώνουν θετικά τις αποσβέσεις τους στους Ισολογισμούς τους), από ότι στο πρόσφατο παρελθόν.

 

Για παράδειγμα, μία τράπεζα υποχρεούται να δεσμεύει, για ένα «δομημένο» προϊόν συνολικής αξίας 100 εκ. $ με αξιολόγηση ΑΑΑ, 2% δικά της Κεφάλαια, συνολικού ύψους 2 εκ. $. Όταν όμως το προϊόν αυτό χάσει την αρχική αξιολόγηση του και «υποτιμηθεί» σε BB-, τότε η τράπεζα υποχρεούται να δεσμεύσει 35% ίδια κεφάλαια, συνολικού ύψους 35 εκ. $ (αντί 2 εκ. $). Εάν δε η αξιολόγηση του «ομολόγου» γίνει CCC, τότε η υποχρέωση της τράπεζας αυξάνεται στο 100% - στα 100 εκ. $ δηλαδή.

 

Σε ένα σύγχρονο όμως προϊόν «re-remic», το 75% σχεδόν του προηγουμένου (του CDO δηλαδή), διαχωρίζεται και αξιολογείται με ΑΑΑ (με αποτέλεσμα η τράπεζα να υποχρεούται να κατέχει 2% ίδια κεφάλαια για την αγορά του, συνολικού ύψους 1,5 εκ. $), ενώ το υπόλοιπο 25%, που επίσης διαχωρίζεται, αξιολογείται με CCC (οπότε η τράπεζα υποχρεούται να κατέχει 100% ίδια κεφάλαια, ύψους 25 εκ. $).

 

Συνολικά λοιπόν, μετά το διαχωρισμό, η τράπεζα υποχρεούται να κατέχει ίδια κεφάλαια 26,5 εκ. $ για το ίδιο ουσιαστικά προϊόν που η προηγούμενη υποχρέωση της ήταν 100 εκ. $. Την ίδια στιγμή «ωραιοποιεί» επί πλέον τον ισολογισμό της, αφού αντί να αποσβέσει 100 εκ. $, διαγράφει μόλις 25 εκ. $ (CCC αξιολόγηση) και εμφανίζει ως δια μαγείας κέρδη 75 εκ. $ (έναντι προηγούμενων αντίστοιχων ζημιών). Κάποιες φορές βέβαια, οι τράπεζες απλά πουλούν αυτά τα «σάπια» ομόλογα (junior-trance είναι η καινούργια τους ονομασία), σε εξευτελιστικές τιμές που προσφέρονται από επενδυτές υψηλού ρίσκου.

      

Το τέχνασμα αυτό αναδεικνύει  με το χειρότερο δυνατόν τρόπο τα συνεχιζόμενα προβλήματα των τραπεζών, τους τεράστιους κινδύνους που συσσωρεύονται στα θεμέλια του συστήματος, καθώς επίσης τη «μαγική» ρευστότητα (διαδικτυακά, ανύπαρκτα χρήματα) που κατακλύζει ξανά τις αγορές, όταν ακόμη μία φορά, «σκοτεινά» χρηματοοικονομικά προϊόντα που δεν μπορεί κανείς να εκτιμήσει σωστά, λαμβάνουν υψηλές αξιολογήσεις, επειδή κανείς δεν θέλει να σταματήσει τη διαπραγμάτευση «ομολόγων» που κάνουν πλούσιους πολλούς συμμετέχοντες (κυρίως τη Wall Street). Η Πολιτική δυστυχώς φαίνεται να συνεχίζει να παραμένει αμέτοχος, παθητικός καλύτερα θεατής των εγκληματικών αυτών «εξελίξεων».  

 

Αθήνα, 24. Νοεμβρίου 2009

Βασίλης Βιλιάρδος

viliardos@kbanalysis.com 

 

ΣΧΕΤΙΚΟ ΑΡΘΡΟ ΜΑΣ

 

Σημείωση: Σύμφωνα με μελέτη της Standard & Poors, σε σχέση με τα ίδια κεφάλαια των τραπεζών και αναφορικά με τους νέους τραπεζικούς κανόνες που επιβάλλει η συνθήκη της Βασιλείας ΙΙ, ο μέσος όρος των ιδίων κεφαλαίων των τραπεζών που δραστηριοποιούνται διεθνώς είναι μόλις 6,7% των συνολικών τους κεφαλαίων. Μία τράπεζα όμως, για να μπορεί να επιβιώσει στην περίπτωση που οι αγορές συνεχίσουν να παρουσιάζουν προβλήματα, οφείλει να έχει τουλάχιστον 8% δείκτη ιδίων κεφαλαίων.

 

Για παράδειγμα, ο δείκτης της ελβετικής Credit Suisse, η οποία θεωρείται πανίσχυρη, είναι μόλις  6,9%, ενώ ο αντίστοιχος της UBS καταστροφικός (2,2%). Σε ακόμη χειρότερη θέση από την UBS ευρίσκεται η ιαπωνική Mizuho Financial Group, καθώς επίσης η αμερικανική Citigroup (τελευταίες στην κατάταξη, μεταξύ των 45 τραπεζών που αναλύθηκαν). 

 

Επομένως, η κατάσταση που περιγράψαμε στο παραπάνω άρθρο μας είναι πολύ χειρότερη από όσο φαίνεται εξωτερικά - κυρίως επειδή ακόμη και οι επίσημοι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών είναι όχι μόνο «ωραιοποιημένοι», αλλά και αρκετά χαμηλοί. Σε σχέση με το θέμα Citibank-Lehman έχουμε γράψει το άρθρο:

 

 

Αξιολογήστε το άρθρο 
20 ψήφοι
 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
Σχόλια

24/11 16:39  anathema_g13
Καλησπέρα και καλό ιστολογείν!
Απλά τα πράγματα: Μια εξελικτική μάχη είναι και όσο σφίγγει ο κλοιός τόσο θα προκύπτουν νέα προϊόντα και αλχημείες και "δημιουργίες". Απαραίτητο να υπάρχει μεγαλύτερος ελεγχος και περισσότερη περιοριστική δράση από τις αρχές ώστε να μην καθορίζουν μόνο οι τράπεζες τις εξελίξεις. Αλλά αυτό δε γίνεται και όσο τα κέρδη ανεβαίνουν δε θα γινει. Τη σχετική γκρίνια τη θυμόμαστε μόνο σε περιόδους κρίσεων ενώ σε περιόδους ευφορίας τα ξεχνάμε δυστυχώς - δε φαίνεται να αλλάζει τίποτα, μόνοπου το παιχνίδι γίνεται όλο και πιο σύνθετο.
Στην κορύφωση πριν την πτώση η παγκόσμια κεφαλαιοποίηση δεν ξεπερνούσε τα 40 τρις $ την ώρα που οι παράγωγες αγορές έφταναν κοντά στα 600 τρις μέσω μόχλευσης...
24/11 16:42  Βασίλης Βιλιάρδος
Σας ευχαριστώ πολύ για τις ευχές σας. Με τα υπόλοιπα, συμφωνώ σε γενικές γραμμές. Οι τοποθετήσεις σας είναι εξαιρετικές. Καλό απόγευμα.
24/11 22:38  cornelsen
Καλώς ήλθατε λοιπόν και... σιδεροκέφαλος.
Ωραία η (και τεκμηριωμένη) ανάλυσή σας. Πόσο γίνεται προφανές πως βρισκόμαστε στα χέρια ενός δικτύου απατεώνων. Απλώς αυτοί έχουν νομιμοποιήσει τις μεθόδους τους (μην ξεχνάμε τον δικό "μας": ότι είναι νόμιμο είναι και ηθικό) και επιπλέον κατέχουν την εξουσία παγκοσμίως.

Σχετικά με το blog
Μακροοικονομικά θέματα, πολιτικές απόψεις και μικροοικονομικές αναλύσεις.
Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις