Βασίλης Βιλιάρδος
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Λίγα λόγια για εμένα
Είμαι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχω εκδώσει το βιβλίο «Υπέρβαση Εξουσίας» και γράφω οικονομικές αναλύσεις σε έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ. Πρόσφατες εκδόσεις "Η κρίση των κρίσεων" σε τρία βιβλία.
Σύνδεσμοι


ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ
1898 αναγνώστες
Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012
10:57

Παρά την αιτιολογημένη απαισιοδοξία που δυστυχώς επικρατεί, σαν αποτέλεσμα της προδοσίας της πατρίδας μας, των επιθέσεων εκ μέρους των Η.Π.Α. (ΔΝΤ) και της Γερμανίας, καθώς επίσης των τεράστιων λαθών της Πολιτείας και των Πολιτών της, είμαστε σίγουροι ότι, η Ελλάδα θα βγει ενδυναμωμένη από την κρίση– αφού αφενός μεν είναι μία πλούσια, πολλαπλά προικισμένη χώρα, αφετέρου διαθέτει μία πανέμορφη, εύφορη φύση, άριστα εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό, καθώς επίσης μία εξαιρετικά πολύτιμη, «ζηλευτή» ιστορική συνείδηση, η οποία «πηγάζει» από έναν ασυναγώνιστο, μοναδικό πολιτισμό”.
 
******************************
 
Τα προβλήματα της Ελλάδας φαίνεται πια πως βρίσκονται στο τέλος τους – αν και για πολλούς είναι πλέον αργά, αφού έχουν «καεί» πάρα πολλά χρήματα, η μεσαία τάξη ήδη υποφέρει, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις συνεχίζουν να χρεοκοπούν, η ανεργία καλπάζει, οι τράπεζες έχουν αρνητικά ίδια κεφάλαια, ενώ η κυβέρνηση επιμένει στην καταστροφική πολιτική λιτότητας και λεηλασίας (μειώσεις των μισθών, υπερβολική φορολόγηση, ιδιωτικοποιήσεις), εμποδίζοντας τη χώρα να επιστρέψει στην ανάπτυξη.
 
Δυστυχώς όμως, τα προβλήματα της Ευρωζώνης είναι ακόμη στο ξεκίνημα τους – με τη συμπαθέστατη μας Ισπανία να έχει πάρει τα ηνία, κινδυνεύοντας ακόμη και με διάσπαση (όπως επίσης η Αγγλία με τη Σκωτία) ή με εμφύλιο πόλεμο.
 
Εάν δε συμβεί κάτι στην Ισπανία, οι πολίτες της οποίας είναι απόλυτα αιτιολογημένα σε απόγνωση, η πυρκαγιά θα μεταδοθεί αμέσως στη Γαλλία, μέσω των τραπεζών – μία χώρα με μεγαλύτερα διαρθρωτικά προβλήματα από την Ελλάδα, με συρρικνωμένη βιομηχανία, με μεγάλο συνολικό χρέος και με αδυναμία να ανταγωνιστεί τη γειτονική της Γερμανία.
 
Περαιτέρω, η Ολλανδία υποφέρει από την υπερχρέωση των νοικοκυριών (φούσκα ακινήτων), το Βέλγιο από το δημόσιο (διατηρεί την «ανωνυμία» του λόγω του ότι φιλοξενεί την Κομισιόν, ενώ αποτελεί το φορολογικό παράδεισο πολλών επιχειρήσεων), η Αυστρία από την επικίνδυνη έκθεση των τραπεζών της στην Α. Ευρώπη (το ρίσκο της υπερβαίνει το 100% του ΑΕΠ της) και η Ιταλία από τη συνεχή υποχώρηση της βιομηχανικής της παραγωγής, σε συνδυασμό με το μεγάλο δημόσιο χρέος της.
 
Από την άλλη πλευρά, η Πορτογαλία είναι απόλυτα εξαρτημένη από το μέλλον της Ισπανίας, η Ιρλανδία ευρίσκεται στα όρια της, η Κύπρος οδηγείται στο μηχανισμό στήριξης και οι μικρότερες χώρες (Σλοβενία, Σλοβακία, Εσθονία, Μάλτα) απλά παραμένουν στο παρασκήνιο – με το Λουξεμβούργο και τη Φιλανδία να φαίνονται οι πιο υγιείς (ακόμη), αφού η Γερμανία δεν μπορεί να παραμείνει αλώβητη από την κρίση χρέους, λόγω της εξάρτησης της από τις εξαγωγές και τους κινδύνους των τραπεζών της (τοπικών, κεντρικής).   
 
Παράλληλα, η τραπεζική βόμβα μεγατόνων στα θεμέλια της Ευρώπης (το μέγεθος των τραπεζών είναι της τάξης των 30 τρις €, όταν στις Η.Π.Α. δεν ξεπερνάει τα 17 τρις €) δεν έχει σε καμία περίπτωση απενεργοποιηθεί – ενώ η ΕΚΤ είναι αδύνατον να επιλύσει μεσοπρόθεσμα τα προβλήματα, αγοράζοντας ομόλογα, αυξάνοντας την ποσότητα χρήματος ή μειώνοντας τα επιτόκια.
 
Εάν λοιπόν καθυστερήσει η τραπεζική ενοποίηση, δεν εκδοθούν ευρωομόλογα και δεν γίνουν σημαντικά βήματα προς την κατεύθυνση της δημιουργίας των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης (δημοσιονομική και πολιτική ολοκλήρωση), το μέλλον της ηπείρου μας θα παραμείνει αβέβαιο – γεγονός που θα συνεχίζει να επηρεάζει καταλυτικά ολόκληρο τον υπόλοιπο πλανήτη.   
 
Άρθρο
 
Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, θεωρούμε σκόπιμη μία περιληπτική αναφορά μας στο θέμα της τραπεζικής ενοποίησης, το οποίο συζητείται σήμερα έντονα στην Ευρώπη.
 
Ειδικότερα, με τον όρο «τραπεζική ενοποίηση» εννοούμε τις προτάσεις που έχουν γίνει σε ευρωπαϊκό επίπεδο, στα πλαίσια της κρίσης των χρηματαγορών και των κρατών - με στόχο μία κεντρική, καθώς επίσης κοινή υπευθυνότητα για τις καταθέσεις, για την εποπτεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και για τα πάσης φύσεως μέτρα διάσωσης. Με βάση αυτές τις προτάσεις, σχεδιάζεται να ληφθούν τα παρακάτω κυρίως μέτρα:
 
(α) Να δημιουργηθεί μία κεντρική υπηρεσία για την εποπτεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, η οποία να μπορεί να αποφασίζει μόνη της για όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής οικονομικής ένωσης.
 
(β) Να εξασφαλισθεί η δυνατότητα παροχής βοήθειας από το ταμείο χρηματοπιστωτικής σταθερότητας (ESM), απ’ ευθείας στις τράπεζες που αντιμετωπίζουν προβλήματα - αντί να μεσολαβούν τα κράτη, συμπαρασύροντας ολόκληρες τις οικονομίες τους στις προσπάθειες διάσωσης των τραπεζών τους.  
 
(γ) Να ενοποιηθούν όλα τα εθνικά συστήματα, στον τομέα της εγγύησης των καταθέσεων στις τράπεζες, έτσι ώστε να σταματήσουν ο εκροές καταθέσεων από το Νότο, με αποδέκτη το Βορά. 
 
Τόσο η Γαλλία, όσο και η Κομισιόν, τάσσονται υπέρ μίας μεγάλης τραπεζικής ενοποίησης – όπου όλες οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα ευρίσκονται κάτω από την εποπτεία της ΕΚΤ. Η ΕΚΤ φυσικά δεν θα τα έκανε όλα μόνη της, αλλά θα ενεργούσε με τη βοήθεια των εθνικών εποπτικών αρχών, καθώς επίσης των κεντρικών τραπεζών της εκάστοτε χώρας.
 
Σημαντικό στην προκειμένη περίπτωση είναι το ότι, η τελική απόφαση θα ανήκει στην ΕΚΤ – γεγονός που σημαίνει μεταξύ άλλων πως η ΕΚΤ θα έχει το δικαίωμα να αποφασίζει το κλείσιμο μίας τράπεζας, σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα, εάν και όταν το κρίνει απαραίτητο.
 
Από την άλλη πλευρά, η Γερμανία τάσσεται υπέρ μίας μικρής τραπεζικής ενοποίησης, όπου η ΕΚΤ θα έχει την εποπτεία των 25 μεγαλύτερων εμπορικών ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων – με την αιτιολογία ότι, η ΕΚΤ δεν θα είχε τη δυνατότητα να τις επιβλέπει όλες (περί τις 6.000).
 
Στην πραγματικότητα βέβαια η αιτία δεν είναι αυτή, αλλά η άρνηση της Γερμανίας να επιτρέψει τον έλεγχο του δικού της χρηματοπιστωτικού συστήματος – επειδή εντός της επικράτειας της, όπως και στην Ισπανία, υπάρχουν πολλές σχεδόν χρεοκοπημένες τράπεζες, οι οποίες έχουν τεράστιες ανάγκες αύξησης των κεφαλαίων τους. Εκτός αυτού, η συνέχιση του δανεισμού της από τις αγορές με μηδαμινά επιτόκια (οφείλει πάνω από 2 τρις €), καθώς επίσης η εισροή χρημάτων από το Νότο, τα οποία αυξάνουν τις επενδύσεις και την ανταγωνιστικότητα της - εις βάρος φυσικά όλων των άλλων κρατών.  
 
Περαιτέρω, όπως έχουμε ήδη μάθει από την παρούσα κρίση της Ευρωζώνης, μία νομισματική ένωση δεν μπορεί να λειτουργήσει εντελώς αποκεντρωμένα – επειδή δημιουργούνται μεγάλες ανισορροπίες εντός της, οι οποίες είναι αδύνατον να ελεγχθούν μόνο με μέτρα λιτότητας.
 
Η τραπεζική ένωση ορίζεται ουσιαστικά σαν ένα είδος κυκλοφοριακού συστήματος, το οποίο είναι απαραίτητο για την επιβίωση της ένωσης. Όταν τώρα δημιουργούνται «δομικές ανισορροπίες» όπως, για παράδειγμα, εμπορικά πλεονάσματα στη Γερμανία, με αντίστοιχα ελλείμματα στην Ελλάδα, τότε χρειάζεται η τραπεζική ενοποίηση για να μπορέσουν να ελεγχθούν οι χρηματικές ροές.
 
Η αιτία είναι το ότι, όταν οι γερμανικές τράπεζες αποφασίζουν ξαφνικά να σταματήσουν τη χρηματοδότηση των ελληνικών ελλειμμάτων, τότε η χρηματοδότηση, υπό τις σημερινές συνθήκες, αναλαμβάνεται αυτόματα από τις κεντρικές τράπεζες – μέσω του συστήματος πληρωμών στη διατραπεζική αγορά, του γνωστού μας target II.      
 
Στα πλαίσια αυτά, η τραπεζική ενοποίηση (ιδίως αυτή των 25 μεγαλυτέρων τραπεζών), συμφέρει κυρίως τη Γερμανία - αφού κάθε μήνα (με αφετηρία το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης το 2007, όπου οι γερμανικές τράπεζες έπαψαν ουσιαστικά να χρηματοδοτούν τα ελλείμματα των χωρών του Νότου), αυξάνονται τα πλεονάσματα της κεντρικής τράπεζας της στο σύστημα target II. Σήμερα ξεπερνούν τα 700 δις € με αυξητική πορεία - οπότε η χώρα είναι εκτεθειμένη σε έναν τεράστιο κίνδυνο, σε περίπτωση τυχόν διάλυσης της Ευρωζώνης (ή μονομερούς εξόδου της).
 
Εάν τώρα υπήρχε μία μεγάλη τραπεζική ενοποίηση, τότε δεν θα έπαιζε κανένα ρόλο η εθνικότητα της κάθε τράπεζας – οπότε δεν θα αναφερόμαστε σε ελληνικές ή γερμανικές τράπεζες, αλλά σε τράπεζες στην Ελλάδα και στη Γερμανία. Στην περίπτωση αυτή, δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να απορρίψει μία τράπεζα στο Βερολίνο, ένα δάνειο σε μία τράπεζα στην Αθήνα – επειδή μία τραπεζική ένωση είναι αναμφίβολα μία ένωση αμοιβαίας μεταφοράς κεφαλαίων, όπου οι χώρες με ισχυρές τράπεζες είναι υπεύθυνες για τις χώρες με αδύναμες τράπεζες, όπως συμβαίνει σήμερα σε εθνικό επίπεδο.
 
Δηλαδή, εάν τυχόν συμβεί κάτι σε μία τράπεζα με έδρα την Ελλάδα, δεν θα υποχρεωθεί να τη βοηθήσει το ελληνικό δημόσιο, αλλά η ΕΚΤ – όπως εάν συμβεί κάτι σε μία τράπεζα στην Κρήτη σήμερα, δεν είναι υπεύθυνη η περιφέρεια, αλλά το ελληνικό δημόσιο.  
 
Αντίθετα, εάν δεν αποφασισθεί η μεγάλη τραπεζική ενοποίηση, αλλά μόνο η εποπτεία των 20-25 μεγαλύτερων ευρωπαϊκών τραπεζών από την ΕΚΤ (όπως για παράδειγμα της Deutsche Bank, της ΕΤΕ κλπ.), χωρίς να υπάρξει μία ευρωπαϊκή εγγύηση όλων των καταθέσεων, τότε θα επρόκειτο για ένα ακόμη γραφειοκρατικό βήμα – χωρίς καμία οικονομική λειτουργία. Οι γερμανικές τράπεζες θα συνέχιζαν να μην δανείζουν τις ελληνικές, επειδή οι ελληνικές είναι συγκριτικά λιγότερο ασφαλείς, ενώ οι κίνδυνοι της Γερμανίας από το target II θα αυξάνονταν περαιτέρω.
 
Για τους παραπάνω λόγους, θεωρείται ότι, η τραπεζική ενοποίηση αποτελεί το σημαντικότερο μέτρο για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους, περισσότερο επείγον ακόμη και από τα ευρωομόλογα – επειδή τα πακέτα στήριξης, οι «ενέσεις» ρευστότητας, καθώς επίσης οι αγορές ομολόγων από την ΕΚΤ, είναι αδύνατον να καταπολεμήσουν μακροπρόθεσμα τα προβλήματα της Ευρωζώνης, οδηγώντας την στην έξοδο από το τούνελ.
 
Ολόκληρη η ανάλυση στο
 
Αθήνα, 14. Οκτωβρίου 2012

Αξιολογήστε το άρθρο 
Δεν έχει αξιολογηθεί
 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail

Σχετικά με το blog
Μακροοικονομικά θέματα, πολιτικές απόψεις και μικροοικονομικές αναλύσεις.
Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις