Βασίλης Βιλιάρδος
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
***ΠΡΟΣΟΧΗ***
Θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε ότι από τις 20 Δεκεμβρίου η υπηρεσία του Capital.gr
Capital Blogs θα αναστείλει τη λειτουργία της για τεχνικούς λόγους.
Σας ευχαριστούμε για την κατανόηση.
Λίγα λόγια για εμένα
Είμαι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχω εκδώσει το βιβλίο «Υπέρβαση Εξουσίας» και γράφω οικονομικές αναλύσεις σε έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ. Πρόσφατες εκδόσεις "Η κρίση των κρίσεων" σε τρία βιβλία.
Σύνδεσμοι


ΝΕΟΜΕΡΚΑΝΤΙΛΙΣΜΟΣ
2018 αναγνώστες
Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012
11:22

 

Την επόμενη εβδομάδα δεν κρίνονται τα νέα μέτρα λιτότητας των 13,5 δις € ή ο εργασιακός μεσαίωνας που προγραμματίζεται, με την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, αλλά η νομιμοποίηση της κυβέρνησης να τα επιβάλλει, καθώς επίσης η έγκριση ή μη της πολιτικής υποτέλειας που ακολουθεί – εκτός αυτού, τόσο το μέλλον των υπολοίπων χωρών της Ευρωζώνης, όσο και η επιβίωση ή όχι της Δημοκρατίας στον πλανήτη.
 
************************************
 
Αν και έχουμε αναφερθεί επιγραμματικά στο παρελθόν, θεωρούμε σκόπιμο να αναλύσουμε εν πρώτοις ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά του μερκαντιλισμού, έτσι ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα τη «νεομερκαντιλιστική» πολιτική που φαίνεται να ακολουθεί η Γερμανία (με κάποιες παραλλαγές φυσικά, «εναρμονισμένες» με τις σημερινές οικονομικές συνθήκες).  
 
Αναλυτικότερα, με κριτήριο τις ανάγκες των απολυταρχικά κυβερνωμένων κρατών του 16ου – 18ου αιώνα, για αυξανόμενα και σίγουρα δημόσια έσοδα, έτσι ώστε να μπορεί να πληρώνεται ο στρατός, καθώς επίσης ο συνεχώς μεγαλύτερος δημόσιος τομέας (κρατικοί υπάλληλοι), δημιουργήθηκε σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη ένα οικονομικοπολιτικό σύστημα, το οποίο διακρινόταν από την ολοκληρωτική σχεδόν παρεμβατικότητα του κράτους στην οικονομία. Το βασικό χαρακτηριστικό αυτού του συστήματος ήταν η επίτευξη πλεονασμάτων στο εξωτερικό εμπόριο - η αύξηση των εξαγωγών δηλαδή, με την παράλληλη μείωση των εισαγωγών, έτσι ώστε να μεγεθύνεται η ποσότητα των χρημάτων (τα αποθέματα χρυσού τότε).
 
Η εξαγωγή πρώτων υλών εμποδιζόταν, με στόχο την παραγωγή και πώληση έτοιμων προϊόντων, τα οποία μπορούσαν να εξασφαλίσουν πολύ υψηλότερες τιμές πώλησης, θέσεις εργασίας στο εσωτερικό κλπ. Απαγορευόταν δε αυστηρά η εξαγωγή ευγενών μετάλλων, κυρίως του χρυσού, ενώ τα υψηλά επιτόκια καταθέσεων είχαν στόχο την υποκίνηση των αποταμιευτών, να μην τοποθετούν τα χρήματα τους σε άλλες χώρες.
 
Παράλληλα, οι εξαγωγές ενισχύονταν με τη βοήθεια της επανεξαγωγής προϊόντων, τα οποία εισάγονταν σε χαμηλές τιμές από τις χώρες φθηνού εργατικού δυναμικού – μία πολιτική που εφαρμόζεται σήμερα από τη Γερμανία η οποία, με τη βοήθεια του ισχυρού ευρώ, καθώς επίσης της αυξημένης ρευστότητας της, πιέζει προς τα κάτω τις τιμές των προϊόντων που εισάγει από την Ασία ή αλλού (προϊόντα που στη συνέχεια επανεξάγει στους ευρωπαϊκούς «δορυφόρους» της).     
 
Αντίθετα, με σκοπό την ενίσχυση των επενδύσεων στη βιομηχανία, παρατηρήθηκε το 17ο αιώνα μία δραματική πτώση των επιτοκίων δανεισμού – όπως συμβαίνει σήμερα στη Γερμανία, με τη βοήθεια της αυξημένης εισροής χρημάτων από την περιφέρεια, για λόγους ασφαλείας (αφού προηγουμένως επιδιώχθηκε και επιτεύχθηκε, δυστυχώς με τη βοήθεια των εταιρειών αξιολόγησης των Η.Π.Α., η δημιουργία συνθηκών ανασφάλειας στις χώρες του Νότου - με αποτέλεσμα τη μαζική εκροή καταθέσεων από τις εκεί τράπεζες, με κύριο προορισμό τη Γερμανία).          
 
Οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι, η σκόπιμη μείωση των εισαγωγών εκείνη την εποχή επιτυγχανόταν με την επιβολή δασμών στα ξένα προϊόντα – σήμερα, με τη μείωση της εσωτερικής κατανάλωσης, η «διαχείριση» της οποίας πραγματοποιείται με τη βοήθεια της μισθολογικής πολιτικής (αμοιβές χαμηλότερες από την παραγωγικότητα, αυξήσεις μικρότερες του πληθωρισμού, πάγωμα μισθών – μεθόδους που χρησιμοποίησε η Γερμανία, μετά την είσοδο της στην Ευρωζώνη, με στόχο την ηγεμονία της).
 
Οι πόλεμοι εκείνης της περιόδου, καθώς επίσης η συνεχώς αυξανόμενη εχθρότητα μεταξύ των κρατών, ήταν το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής, κυρίως επειδή ο μερκαντιλισμός «ορίζει» το εξωτερικό εμπόριο ως ένα παιχνίδι «μηδενικού αθροίσματος» - μία συναλλαγή δηλαδή, στην οποία ο ένας κερδίζει και ο άλλος χάνει, αφού τα συνολικά έσοδα είναι δεδομένα και σταθερά.
 
Συνεχίζοντας, μία πολιτική, με την οποία συμφωνούσαν όλοι οι οπαδοί του μερκαντιλισμού τότε, ήταν η συνεχής καταπίεση της εργατικής τάξης. Τόσο οι βιομηχανικοί εργάτες, όσο και οι χωρικοί, υποχρεώνονταν να ζουν στα όρια του ελάχιστου δυνατού – έτσι ώστε τα προϊόντα που παρήγαγαν να κοστίζουν όσο το δυνατόν φθηνότερα. Ο στόχος ήταν η μέγιστη δυνατή αύξηση της παραγωγής, με το χαμηλότερο δυνατό κόστος, σε καθεστώς πλήρους αδιαφορίας για το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων.
 
Κατά την τότε επικρατούσα άποψη (κάτι ανάλογο συμβαίνει και σήμερα στη Γερμανία, ενώ επίσης κάτι ανάλογο απαιτεί η Γερμανία από τους εταίρους της, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας), μόνο μία χώρα που θα κατάφερνε να προσφέρει στους εργαζομένους της τα ελάχιστα μέσα επιβίωσης με σκληρή εργασία, θα ήταν δυνατόν να επιτύχει την ανώτατη δυνατή παραγωγή, με το ελάχιστο δυνατόν κόστος.
 
Εκτός αυτού, σύμφωνα πάντοτε με το μερκαντιλισμό, οι υψηλότερες αμοιβές, ο ελεύθερος χρόνος ή η μόρφωση των χαμηλών εισοδηματικών τάξεων, θα επιβάρυναν το κόστος των επιχειρήσεων, θα περιόριζαν την ανταγωνιστικότητα τους, θα οδηγούσαν τους εργαζομένους στην «οκνηρία» και θα δημιουργούσαν μεγάλες ζημίες στο κράτος.
 
ΝΕΟΜΕΡΚΑΝΤΙΛΙΣΜΟΣ
 
Ο μερκαντιλισμός ουσιαστικά απορρίφθηκε από τον φιλελεύθερο Βρετανό A.Smith, ο οποίος αρνήθηκε επίσης να ασχοληθεί με την πολιτική χρήματος - θεωρώντας πως τα προϊόντα, οι άνθρωποι και οι θεσμοί αποτελούν τις βάσεις, επάνω στις οποίες μπορεί να οικοδομηθεί ειρηνικά, σε συνθήκες ελευθερίας και δημοκρατίας, καθώς επίσης ορθολογιστικά, η ευημερία μίας κοινωνίας και ενός κράτους.
 
Εν τούτοις, πολλοί οικονομολόγοι θεώρησαν πως ο μερκαντιλισμός, σε ορισμένους τομείς του, δεν είναι λανθασμένος. Ο κυριότερος όλων είναι ο J.M. Keynes, ο οποίος συμπεριέλαβε κάποια στοιχεία του μερκαντιλισμού στη θεωρία του - αναφέροντας ότι η ποσότητα χρήματος, το εξωτερικό ισοζύγιο και τα βασικά επιτόκια, είναι πολύ σημαντικά για μία οικονομία (απόψεις που χρησιμοποιήθηκαν αργότερα ως βάση του σύγχρονου μονεταρισμού).
 
Ο A.Smith απέρριπτε τη μερκαντιλιστική «επικέντρωση» στην παραγωγή – πιστεύοντας πως η κατανάλωση είναι ο μοναδικός δρόμος για την ανάπτυξη της οικονομίας. Αντίθετα, ο Keynes θεωρούσε ότι, η παραγωγή είναι σχεδόν στον ίδιο βαθμό σημαντική με την ενίσχυση της κατανάλωσης – κατανοώντας επίσης πως, στην τότε σύγχρονη εποχή, η επιδίωξη αυξημένων αποθεμάτων σε ευγενή μέταλλα ήταν λογική.
 
Η τοποθέτηση του αυτή οφειλόταν στο ότι, πριν την καθιέρωση των χάρτινων χρημάτων (1973), η αύξηση των αποθεμάτων του χρυσού ήταν ο μοναδικός τρόπος αύξησης της ποσότητας χρήματος – με τη βοήθεια της οποίας μπορούσαν να ενισχυθούν τόσο οι παραγωγικές επενδύσεις, όσο και η κατανάλωση (σήμερα, η αύξηση της ποσότητας χρήματος επιτυγχάνεται από την «εκτύπωση» νέων – είτε από τις κεντρικές, είτε από τις εμπορικές τράπεζες).  
 
Επειδή τώρα οι Η.Π.Α. στην αρχή της δεκαετίας του 1930, απέσυραν τα χρήματα τους από το εξωτερικό, σαν αποτέλεσμα της μεγάλης ύφεσης, ενώ πολλές χώρες-οφειλέτες τους δεν μπορούσαν να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους, λόγω υπερχρέωσης των οικονομιών τους (κάτι ανάλογο συμβαίνει σήμερα με τη Γερμανία και το Νότο), ο Keynesαντιλήφθηκε τη σπουδαιότητα του (εξωτερικού) ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.
 
Κατάλαβε επίσης πως, όταν όλα μαζί τα υπερχρεωμένα κράτη προσπαθούν να αυξήσουν τις εξαγωγές τους, μειώνοντας ταυτόχρονα τις εισαγωγές, για να εξοφλήσουν τα χρέη τους, καθώς επίσης για να ενισχύσουν την εσωτερική αγορά εργασίας (όπως ουσιαστικά συμβαίνει σε κάποιο βαθμό σήμερα), η Γερμανία δεν θα μπορούσε να επιτύχει πλεονασματικό ισοζύγιο, έτσι ώστε να πληρώσει τις υποχρεώσεις της (επανορθώσεις του 1ου παγκοσμίου πολέμου).
 
Προσπάθησε λοιπόν να πείσει τους δανειστές της Γερμανίας να περιορίσουν τις απαιτήσεις τους, εάν δεν ήθελαν να δημιουργηθούν εκρηκτικές συνθήκες στην Ευρώπη – δυστυχώς χωρίς επιτυχία, με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε, μέσα από τη δημοκρατία της Βαϊμάρης, στο ναζισμό και στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (γεγονός που σήμερα δεν φαίνεται να καταλαβαίνει η Γερμανία, σχεδιάζοντας τη δημιουργία αποικιών χρέους, στις οποίες θέλει θα εγκαταστήσει βιομηχανίες φθηνού εργατικού δυναμικού και ασυναγώνιστου κόστους, συγκριτικά με την Ασία – με, ουτοπικό προφανώς, στόχο, την κυριαρχία εν πρώτοις της ΕΕ και στη συνέχεια του πλανήτη).  
 
Αντίθετα λοιπόν με την θεωρία της ελεύθερης αγοράς (laissez-faire) του A. Smith, ο Keynes, λόγω της παγκόσμιας τότε κρίσης, επανάφερε στο προσκήνιο τη μερκαντιλιστική ιδέα της ενεργητικής επέμβασης του κράτους στην οικονομία – κάτι που οδήγησε αργότερα στην πολιτική του «newdeal» στις Η.Π.Α. εκ μέρους του προέδρου Roosevelt(μαζική ενίσχυση της απασχόλησης με τη βοήθεια του κράτους), η οποία υιοθετήθηκε από πολλές άλλες χώρες και διήρκησε μέχρι τη δεκαετία του 1970.
 
Οι ομοιότητες τώρα μεταξύ του Κεϋνσιανισμού και των θεωριών που τον «μιμήθηκαν», καθώς επίσης του προηγηθέντος μερκαντιλισμού, οδήγησαν στο να ονομασθούν οι οπαδοί αυτών των οικονομικών θέσεων «νεομερκαντιλιστές» - ενώ άλλα οικονομικά συστήματα, τα οποία ενέχουν ορισμένα μερκαντιλιστικά στοιχεία, όπως το άκρως προστατευτικό οικονομικό σύστημα της Ιαπωνίας (λιγότερο της Γερμανίας), ονομάζονται επίσης νεομερκαντιλιστικά.
 
Ολοκληρώνοντας, στην περίοδο του μερκαντιλισμού δημιουργήθηκαν οι περισσότεροι σύγχρονοι οικονομικοί θεσμοί – όπως τα χρηματιστήρια, το μοντέρνο τραπεζικό σύστημα και οι ασφαλιστικοί οργανισμοί. Σε γενικές γραμμές δε οι «μερκαντιλιστές» ήταν κυρίως είτε επιχειρηματίες, είτε κυβερνητικοί υπάλληλοι – σε καμία περίπτωση εργαζόμενοι.
 
 
ΥΓ: Επιγραμματικά, ο μερκαντιλισμός είναι μία κεντρική, συστηματική οικονομική πολιτική, όπου τα δημόσια έσοδα είναι απαραίτητα για τη συντήρηση της πολυέξοδης κρατικής εξουσίας, καθώς επίσης της επεκτατικής πολιτικής. Τα βασικά στοιχεία του είναι τα εξής:
 
(α) η αύξηση της εξαγωγής προϊόντων (β) η μείωση των εισαγωγών (γ) η δημιουργία «ισχυρού στόλου» για τη μεταφορά των προϊόντων και την αποφυγή τυχόν πολεμικών συγκρούσεων (δ) η δημιουργία οδικού δικτύου και (ε) η ίδρυση αποικιών, σε συνεργασία με τις ισχυρές επιχειρήσεις της «επιτιθέμενης» χώρας - όπου οι αποικίες θα έπρεπε να μένουν σε απόλυτη εξάρτηση από τη μητρόπολη.
 
Ολόκληρο το άρθρο «Η επέλαση του Βερολίνου» στο:
 
Αθήνα, 04. Νοεμβρίου 2012

 

Αξιολογήστε το άρθρο 
Δεν έχει αξιολογηθεί
 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail

Σχετικά με το blog
Μακροοικονομικά θέματα, πολιτικές απόψεις και μικροοικονομικές αναλύσεις.
Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις