Βασίλης Βιλιάρδος
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Λίγα λόγια για εμένα
Είμαι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχω εκδώσει το βιβλίο «Υπέρβαση Εξουσίας» και γράφω οικονομικές αναλύσεις σε έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ. Πρόσφατες εκδόσεις "Η κρίση των κρίσεων" σε τρία βιβλία.
Σύνδεσμοι


ΓΕΡΜΑΝΙΑ, ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΥΡΩ
2454 αναγνώστες
Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012
11:42

 

Είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι η πατρίδα μας, αφενός μεν θα ξεπεράσει τα προβλήματα της, αφετέρου θα βγει ενδυναμωμένη από την κρίση - η οποία ήταν δυστυχώς απαραίτητη, κρίνοντας από τα εξαιρετικά σοβαρά πολιτικά, πολιτισμικά και κοινωνικά της προβλήματα. Φυσικά θα ήταν ευχής έργο, η έξοδος της Ελλάδας από την κρίση να συμβεί εντός της Ενωμένης Ευρώπης – σε καμία περίπτωση όμως εντός μίας γερμανικής Ευρωζώνης, χωρίς κανένα ίχνος ελευθερίας, δημοκρατίας, ισότητας και αλληλεγγύης.
 
************************************
 
Υποθετικά η Γερμανία αποφασίζει να εγκαταλείψει μονομερώς την Ευρωζώνη – με τη θέληση της φυσικά, αφού διαφορετικά δεν μπορεί να την «αποβάλλει» κανένας. Όπως και στο σενάριο εξόδου της Ελλάδας (άρθρο μας), επιλέγεται η υιοθέτηση του μάρκου, με μία σχέση ανταλλαγής 1:1 – έτσι ώστε να είναι εύκολη και γρήγορη η διαδικασία.
 
Η απόφαση της εξόδου, η οποία έχει φυσικά προετοιμασθεί μεθοδικά και κρυφά, ανακοινώνεται από την καγκελάριο μία Παρασκευή βράδυ – μετά το κλείσιμο της Wall Street, έτσι ώστε να μην δημιουργηθεί αναστάτωση στις αγορές. Πρώτη ενέργεια είναι η αποχώρηση του προέδρου της κεντρικής τράπεζας της από το συμβούλιο της ΕΚΤ – στο οποίο δεν μπορεί πλέον να συμμετέχει.
 
Οι χρηματαγορές είναι φυσικά οι πρώτες που αντιδρούν τη Δευτέρα, απολύτως πεπεισμένες ότι, το μάρκο θα ανατιμηθεί τόσο απέναντι στο ευρώ, όσο και στο δολάριο – με αποτέλεσμα την αυξημένη εισροή χρημάτων στη Γερμανία (μετοχές, ομόλογα, συνάλλαγμα κλπ.), κυρίως από τις χώρες της Ευρωζώνης.
 
Σαν αποτέλεσμα της κατακόρυφης αύξησης της ρευστότητας στη Γερμανία, της μεγάλης εισροής χρημάτων δηλαδή, το μάρκο ανατιμάται ραγδαία – τουλάχιστον κατά 40%, παρά το ότι δεν θα έπρεπε να υπερβεί το 1,20 με κριτήριο την συγκριτική ανταγωνιστικότητα της. Επομένως, για να αγοράσει κανείς πια ένα μάρκο, θα πρέπει να δώσει 1,40 ευρώ – αντί του ενός ευρώ, με το οποίο ανταλλάχθηκε αρχικά.
 
Σε όρους υποτιμημένου ευρώ λοιπόν, τα διάφορα περιουσιακά στοιχεία που ήταν ήδη τοποθετημένα στη Γερμανία (για παράδειγμα, οι απαιτήσεις των υπολοίπων κρατών της Ευρωζώνης), χάνουν σημαντικά σε αξία. Ταυτόχρονα, μειώνεται η αξία (σε όρους ευρώ) των κρατικών εγγυήσεων της Γερμανίας στους μηχανισμούς στήριξης της Ευρωζώνης, καθώς επίσης οι οφειλές της στο ευρωσύστημα (TargetII).
 
Παράλληλα, η Γερμανία απαιτεί την άμεση εξόφληση των απαιτήσεων της κεντρικής τράπεζας της από το ευρωσύστημα – ένα ποσόν που υπερβαίνει τα 700 δις € (κάτω από τα 500 δις πλέον σε όρους μάρκου), δημιουργώντας τεράστια προβλήματα στην ΕΚΤ. 
 
Η ΑΝΑΤΑΡΑΧΗ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΖΩΝΗ
 
Αμέσως μετά την ξαφνική έξοδο της Γερμανίας, στις χρηματοπιστωτικές αγορές της υπόλοιπης Ευρωζώνης επικρατεί το απόλυτο χάος. Μεταξύ άλλων, τα επιτόκια δανεισμού της Ελλάδας, της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Ολλανδίας, της Κύπρου κλπ. αυξάνονται ραγδαία - με αποτέλεσμα η ΕΚΤ, η οποία φυσικά μεταφέρει αμέσως την έδρα της από τη Φρανκφούρτη στις Βρυξέλλες, να ανακοινώσει την αγορά απεριόριστων ποσοτήτων ομολόγων των κρατών-μελών της.
 
Η ενέργεια της αυτή πετυχαίνει τα αναμενόμενα, οπότε οι αγορές ομολόγων ηρεμούν και τα επιτόκια δανεισμού της Ευρωζώνης περιορίζονται – αν και η αξία τους πλέον, σε όρους μάρκου, μειώνεται σημαντικά. Η Γερμανία βέβαια το είχε προβλέψει, φροντίζοντας να έχει πουλήσει τα περισσότερα ομόλογα δημοσίου των «εταίρων» της, τα οποία είχαν στην κατοχή τους οι τράπεζες και οι δημόσιοι οργανισμοί της.  
 
Στη συνέχεια, η ΕΚΤ αποφασίζει να πληρώσει αμέσως όλες τις υποχρεώσεις της απέναντι στη γερμανική κεντρική τράπεζα (Target II), με φρεσκοτυπωμένα Ευρώ – τα οποία έχουν ήδη χάσει μεγάλο μέρος της αξίας τους, σε όρους μάρκου, με αποτέλεσμα η Bundesbankνα εγγράψει σημαντικότατες ζημίες στον ισολογισμό της.
 
Το ίδιο συμβαίνει και με την αποπληρωμή των απαιτήσεων της Γερμανίας από τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς σταθερότητας – οπότε το δημόσιο χρέος της Γερμανίας, σε όρους μάρκου, αυξάνεται ανάλογα.
 
Παράλληλα, οι υπόλοιπες απαιτήσεις της Γερμανίας, τόσο του δημοσίου, όσο και του ιδιωτικού της τομέα, από τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης, σε όρους μάρκου, μειώνονται αντίστοιχα – δημιουργώντας αρκετά μεγάλα προβλήματα σε ολόκληρη την οικονομία της, επειδή οι απαιτήσεις της είναι μεγαλύτερες από τις υποχρεώσεις της (οφειλές).  
 
Εν τούτοις, η Γερμανία νοιώθει πια ήσυχη – αφού, ευρισκόμενη εκτός της Ευρωζώνης (και της ΕΕ, αφού καμία χώρα δεν μπορεί να αποχωρήσει από την Ευρωζώνη, παραμένοντας μέλος της ΕΕ), δεν είναι εκτεθειμένη στην κρίση χρέους της, ούτε είναι υποχρεωμένη να βοηθήσει κανέναν (η ευγνωμοσύνη και η αλληλεγγύη δεν είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της).
 
ΜΕΡΙΚΟΥΣ ΜΗΝΕΣ ΜΕΤΑ
 
Λίγες εβδομάδες μετά την απόδραση της Γερμανίας από την Ευρωζώνη, η βαριά βιομηχανία της (αυτοκίνητα κλπ.), διαπιστώνει πτώση των πωλήσεων της στην ΕΕ – στην οποία εξάγει το 70% σχεδόν των προϊόντων της. Η αιτία είναι η ισχυρή ανατίμηση του μάρκου, η οποία καθιστά τα γερμανικά προϊόντα πολύ ακριβά για τα υπόλοιπα κράτη – με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις της χώρας να υποχρεωθούν σε απολύσεις, οι οποίες αυξάνουν τα ποσοστά ανεργίας.
 
Η ανεργία τώρα αφενός μεν αυξάνει τις δημόσιες δαπάνες, επιδεινώνοντας τα μεγέθη του προϋπολογισμού, αφετέρου μειώνει την εσωτερική ζήτηση – οπότε περιορίζονται τα έσοδα του δημοσίου, με τα ελλείμματα που προκαλούνται να εκβάλλουν στο δημόσιο χρέος.
 
Για να ανταπεξέλθει λοιπόν η Γερμανία με το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας που αντιμετωπίζει, υποχρεώνεται σε μειώσεις των μισθών των εργαζομένων της (εσωτερική υποτίμηση), περιορίζοντας το κοινωνικό κράτος – με αποτέλεσμα να βρεθεί αντιμέτωπη με κοινωνικές αναταραχές στο εσωτερικό της. 
 
Την ίδια εποχή, στις χώρες της Ευρωζώνης, στις οποίες πλέον ηγείται έντιμα η Γαλλία, αποφασίζεται η εφαρμογή μίας ήπιας πολιτικής λιτότητας, σε συνδυασμό με στοχευμένες αναπτυξιακές ενέργειες – με τη βοήθεια της έκδοσης ευρωομολόγων, με τα οποία χρηματοδοτείται ένα μέρος του δημοσίου χρέους των περισσοτέρων κρατών, υποχρεώνοντας «defacto» τις αγορές να δανείζουν τα υπόλοιπα, με βιώσιμα επιτόκια. 
 
Περαιτέρω, επιλέγεται η υιοθέτηση της γαλλικής πρότασης – με βάση την οποία δεν προωθείται η πολιτική ένωση της Ευρωζώνης (Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης), αλλά η ένωση ανεξάρτητων μεταξύ τους κρατών – όπου η δημοσιονομική ένωση αντικαθίσταται, κατά κάποιον τρόπο, με μία κοινά αποδεκτή συμφωνία δημοσιονομικής σταθερότητας.
 
Αμέσως μετά, τα κράτη-μέλη καταθέτουν το μερίδιο της Γερμανίας στο ESM - το οποίο εξελίσσουν σε ένα Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο (ΕΝΤ), κατά τα πρότυπα του ΔΝΤ πριν από το 1970 (άρθρο μας). Φυσικά διώχνουν το ΔΝΤ από την επικράτεια τους – αν και η συμπεριφορά του πλέον, «υποκινούμενη» από τα τεράστια προβλήματα τα υπερδύναμης, καθώς επίσης από τα δικά του (το 2006, ο μοναδικός «πελάτης» του ήταν η Τουρκία), έχει αλλάξει ριζικά. 
 
Παράλληλα, απαγορεύονται πια οι ευρωπαϊκές ασυμμετρίες (δημιουργία πλεονασμάτων στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών) – με το ΕΝΤ, το οποίο επιβλέπει την οικονομική λειτουργία των κρατών της ΕΕ, να υποχρεώνει εκείνες τις χώρες, οι οποίες εμφανίζουν πλεονάσματα στα ισοζύγια τους, να τα μεταφέρουν στο κοινό ταμείο που διατηρεί το ίδιο (ΕΝΤ) στην ΕΚΤ.
 
ΕΝΑ ΧΡΟΝΟ ΑΡΓΟΤΕΡΑ
 
Η ΕΚΤ ανακοινώνει τη διατήρηση του πληθωρισμού στα επίπεδα του 2%, αφού έχουν πάψει πλέον να αυξάνονται τα δημόσια και ιδιωτικά χρέη των κρατών-μελών της Ευρωζώνης – με την οικονομία να σταθεροποιείται και με την ανάπτυξη να επανέρχεται σιγά-σιγά.
 
Αμέσως μετά, η γερμανική κεντρική τράπεζα κατά την προσφιλή, αλαζονική της συμπεριφορά, τοποθετεί το δικό της στόχο για τον πληθωρισμό στο 1% - αυξάνοντας τα βασικά επιτόκια, για να το επιτύχει.
 
Κατ’ επακόλουθο, ανατιμάται το μάρκο απέναντι στο ευρώ, με αποτέλεσμα να μειωθούν ακόμη περισσότερο οι εξαγωγές της Γερμανίας, να περιορισθεί ο ρυθμός ανάπτυξης της και να μηδενισθούν σχεδόν τα πλεονάσματα, στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της.
 
Η άνοδος της ανεργίας συνεχίζεται και η Γερμανία οδηγείται στο φαύλο κύκλο της ύφεσης - όπου η μειωμένη ζήτηση οδηγεί σε περαιτέρω αύξηση της ανεργίας, στην απροθυμία για επενδύσεις, καθώς επίσης στη μεγέθυνση των ελλειμμάτων και του χρέους. Το αποτέλεσμα είναι η «εκτίναξη» των επιτοκίων δανεισμού του δημοσίου, καθώς επίσης των επιχειρήσεων της χώρας, η οποία οδηγείται στην παγίδα ρευστότητας – παράλληλα, η μείωση (διολύσθιση) της ισοτιμίας του μάρκου απέναντι στις ισχυρότερες οικονομίες.
 
Στα πλαίσια αυτά, οι βιομηχανικές επιχειρήσεις της ανακοινώνουν τη μεταφορά μεγάλου μέρος της παραγωγής τους στην υπόλοιπη Ευρώπη – αφού αφενός μεν η γερμανική αγορά είναι πολύ μικρή για τα προϊόντα τους, αφετέρου δε χρειάζονται σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες (χωρίς δηλαδή το φόβο των συνεχών ανατιμήσεων και υποτιμήσεων του νομίσματος τους).
 
Το γεγονός αυτό αυξάνει ξανά τις δαπάνες του προϋπολογισμού της χώρας λόγω της ανεργίας, μειώνει τα φορολογικά έσοδα και μεγεθύνει το δημόσιο χρέος - οπότε η Γερμανία αναγκάζεται να αυξήσει τους φορολογικούς συντελεστές των επιχειρήσεων και των εργαζομένων, με αποτέλεσμα να ενταθεί η μετανάστευση τους στο εξωτερικό κοκ. 
 
ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ
 
Η οικονομία της Ευρωζώνης έχει σταθεροποιηθεί – ενώ οι εξαγωγές των πρώην ελλειμματικών οικονομιών της (Ελλάδα, Ισπανία κλπ.), οι οποίες τηρούν πλέον στο ακέραιο τους κοινούς κανόνες και τις μεταξύ τους υποχρεώσεις, αυξάνονται (ειδικά οι εξαγωγές τους στη Γερμανία, η οποία πλέον είναι πολύ λιγότερο ανταγωνιστική από τις ίδιες). Με τον τρόπο αυτό εισάγουν θέσεις εργασίας και μειώνουν τα χρέη τους, δημόσια και ιδιωτικά, εις βάρος της Γερμανίας.  
 
Αντίθετα, η Γερμανία είναι βυθισμένη σε μία βαθιά ύφεση άνευ προηγουμένου – αντιμετωπίζοντας αύξηση της εγκληματικότητας, μεγάλες απεργίες, κοινωνικές εντάσεις και εξεγέρσεις, οι οποίες επιδεινώνουν συνεχώς τα οικονομικά της μεγέθη.
 
Μετά από διαδοχικές υποτιμήσεις του νομίσματος της λοιπόν, οι οποίες όμως δεν αποφέρουν τα αναμενόμενα, λόγω των συναλλαγματικών πολέμων που μαίνονται διεθνώς, περιορίζοντας τις εξαγωγές της προς τις αναπτυσσόμενες αγορές της Κίνας, της Βραζιλίας, της Ρωσίας κοκ., τα χρέη της, ιδιωτικά και δημόσια, είναι πλέον εκτός ελέγχου.
 
Κατ’ επακόλουθο, το φάντασμα της «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης» επανέρχεται δριμύτερο– με τα ακραία πολιτικά κινήματα (μεταλλάσσουν συνήθως τον πόνο που προέρχεται από τη φτώχεια, σε μίσος, το οποίο εξελίσσεται με τη σειρά του σε μία καταστροφική βία), να ανεβάζουν συνεχώς τα «εκλογικά» ποσοστά τους στις δημοσκοπήσεις.
 
Επειδή όμως ο πλανήτης έχει μάθει κάποια πράγματα από την ιστορία του, ενώ το μέγεθος της Γερμανίας είναι πλέον πολύ μικρό, συγκριτικά με τις χώρες της Ευρωζώνης, με τη Ρωσία, με τις Η.Π.Α., με την Κίνα κλπ., δεν ακολουθεί ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος, αλλά η χρεοκοπία της – η οποία την υποχρεώνει να ζητήσει τη «βοήθεια» των συνδίκων του διαβόλου (ΔΝΤ) και την καταδικάζει σε προτεκτοράτο των δανειστών της (αποκρατικοποιήσεις, λεηλασία της ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας της, υποδούλωση).
 
Δυστυχώς για την ίδια, η συμπεριφορά των υπολοίπων χωρών απέναντι της δεν είναι πλέον ανάλογη, με αυτήν το 1953 – όπου διέγραψαν μεγάλο μέρος των χρεών της, επιμήκυναν τα υπόλοιπα με χαμηλό επιτόκιο καθώς επίσης με δόσεις ανάλογες με τις εξαγωγές της, της επέτρεψαν να αναβάλλει την πληρωμή των πολεμικών επανορθώσεων, της προσέφεραν δυνατότητες ανοικοδόμησης της οικονομίας της (σχέδιο Marshall) κοκ.
 
Ολόκληρο το άρθρο στο:
 
Αθήνα, 25. Νοεμβρίου 2012

 

Αξιολογήστε το άρθρο 
1 ψήφος
 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail

Σχετικά με το blog
Μακροοικονομικά θέματα, πολιτικές απόψεις και μικροοικονομικές αναλύσεις.
Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις