Βασίλης Βιλιάρδος
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Λίγα λόγια για εμένα
Είμαι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχω εκδώσει το βιβλίο «Υπέρβαση Εξουσίας» και γράφω οικονομικές αναλύσεις σε έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ. Πρόσφατες εκδόσεις "Η κρίση των κρίσεων" σε τρία βιβλία.
Σύνδεσμοι


Η ΟΥΤΟΠΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ
1901 αναγνώστες
Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012
13:00

Μόνο μία υγιής κοινωνία αναπτύσσει την ικανότητα του ατόμου να σέβεται τους συνανθρώπους του, να εργάζεται δημιουργικά, να παράγει, να μην υπερχρεώνεται, να εξελίσσει τη λογική και την αντικειμενικότητα του, καθώς επίσης να έχει εκείνη την αίσθηση του εγώ που βασίζεται στην εμπειρία των δικών του παραγωγικών δυνάμεων. Αντίθετα, η μη υγιής κοινωνία είναι αυτή που δημιουργεί αξιωματικά την αμοιβαία εχθρότητα και τη δυσπιστία, η οποία «μεταλλάσσει» τον άνθρωπο σε όργανο χρήσης και εκμετάλλευσης των άλλων – κυρίως δε των ξένων και των εισβολέων.
 
*********************************************
 
Αρκετοί θεωρούν ότι, η ενδεχόμενη επιστροφή μίας υπερχρεωμένης χώρας της Ευρωζώνης στο εθνικό της νόμισμα, θα μπορούσε να υποβοηθήσει την ανάπτυξη της - κυρίως μέσω της υποτίμησης και των αυξημένων εξαγωγών που θα προκαλούσε, συμπεριλαμβανομένου του τουρισμού. Φυσικά συνοδεύουν την τοποθέτηση τους αυτή με την, μονομερή (!) στην ανάγκη, διαγραφή των επαχθών χρεών - αυτών δηλαδή που προήλθαν είτε από τη διαφθορά των κυβερνώντων, είτε από τα «τοκογλυφικά» επιτόκια δανεισμού, είτε από τη μη χρησιμοποίηση των δανείων, προς όφελος του συνόλου των πολιτών.
 
Αν και δεν θα επεκταθούμε στο θέμα του επαχθούς χρέους, αφού το έχουμε ήδη αναλύσει στο άρθρο μας για τον Ισημερινό, είναι σκόπιμο να τονίσουμε ότι, το δημόσιο εξωτερικό χρέος, στην περίπτωση της Ελλάδας, είναι πλέον σε μη μετατρέψιμα ευρώ, μετά την υπογραφή του PSI - ενώ, εκτός από το δημόσιο εξωτερικό, υπάρχει και το ιδιωτικό εξωτερικό (τράπεζες, ασφάλειες, επιχειρήσεις, νοικοκυριά), το οποίο δεν θα ήταν προφανώς καθόλου εύκολο να διαγραφεί (πόσο μάλλον να πληρωθεί).  
 
Οφείλουμε επίσης να υπενθυμίσουμε πως, όταν μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο υπήρξαν αμφιβολίες, σχετικά με τις δυνατότητες της Γερμανίας να εξοφλήσει τα χρέη της, οι Γάλλοι εισέβαλλαν στρατιωτικά στα εδάφη της - κατάσχοντας τις βιομηχανίες και τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία των περιοχών, στις οποίες εγκαταστάθηκαν. Δυστυχώς, κάτι ανάλογο συμβαίνει σήμερα και στην Ελλάδα, με την οικονομική «κατάληψη» των υπουργείων, καθώς επίσης άλλων δημοσίων υπηρεσιών, να έχει πάρει τη θέση της στρατιωτικής εισβολής.    
 
Όσον αφορά τώρα την ενδεχόμενη υποτίμηση ενός εθνικού νομίσματος και την ανάπτυξη που προκαλεί, μέσω των εξαγωγών, θα πρέπει να έχουμε υπ' όψιν ότι μία χώρα, η οποία υποτιμάει το νόμισμα της, περπατάει κυριολεκτικά στην κόψη του ξυραφιού - αφού οι τιμές των εξαγομένων προϊόντων της φθηναίνουν μεν αλλά, ταυτόχρονα, ακριβαίνουν οι τιμές των εισαγομένων.
 
Στο σημείο αυτό εάν κατανοήσουμε ότι, η παραγωγή των περισσοτέρων εγχώριων προϊόντων απαιτεί σε μεγάλο βαθμό εισαγόμενες πρώτες ύλες (πετρέλαιο, ορυκτά, μέταλλα κλπ.), καθώς επίσης μηχανήματα ή άλλα βιομηχανικά προϊόντα, τα οποία πληρώνονται με συνάλλαγμα (συνήθως δολάριο), τότε θα διαπιστώσουμε πως η υποτίμηση δεν έχει τα αναμενόμενα αποτελέσματα - αλλά κάποια ανάλογα με την εσωτερική υποτίμηση (μειώσεις μισθών), η οποία επιχειρείται τα τελευταία χρόνια, κατ' εντολή του ΔΝΤ.
 
Η μοναδική διαφορά είναι ίσως το ότι, η μείωση των πραγματικών μισθών μέσω της υποτίμησης του νομίσματος (πληθωρισμός, περιορισμός της αγοραστικής αξίας), είναι ευκολότερο να επιβληθεί σε μία κοινωνία – σε αντίθεση με τη μείωση των ονομαστικών αμοιβών (εσωτερική υποτίμηση), η οποία συνήθως συνοδεύεται από μεγάλες αντιδράσεις των εργαζομένων.  
 
Ακόμη και αν υποθέσουμε λοιπόν ότι η «επιστροφή» μίας χώρας στο εθνικό νόμισμα, καθώς επίσης η υποτίμηση του δεν θα προκαλούσε υπερπληθωρισμό (τον οποίο συνήθως ακολουθεί η απορρύθμιση, η κατάρρευση και τα πάσης φύσεως πραξικοπήματα), όλα τα παραπάνω είναι, στην καλύτερη περίπτωση, καλοπροαίρετες μεν, αλλά ανόητες και ανώριμες «ασκήσεις επί χάρτου» - ευχολόγια ίσως.Στη χειρότερη περίπτωση δε, πολιτική δημαγωγία, υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα και διασπορά ψευδών ελπίδων - είτε με απώτερο στόχο τη λεηλασία της ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας των Πολιτών, είτε την υπεξαίρεση της ψήφου τους.      
 
ΟΙ ΒΑΣΙΚΟΙ ΠΥΛΩΝΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ
 
Συνεχίζοντας, θεωρούμε απαραίτητη τη μεθοδική ανάλυση των «συντελεστών» ανάπτυξης (αύξησης του ΑΕΠ) μίας χώρας, έτσι ώστε να μην περιοριζόμαστε σε ευχολόγια και σε κενά, άνευ περιεχομένου λόγια – ειδικά επειδή αποτελεί πλέον τη μαγική λέξη, η οποία χρησιμοποιείται από όλους και για όλα, τις περισσότερες φορές εντελώς ανεύθυνα και δημαγωγικά. 
 
Στα πλαίσια αυτά είναι γνωστό ότι, τα τέσσερα βασικά στοιχεία του ακαθάριστού εθνικού προϊόντος (ΑΕΠ) είναι η ιδιωτική κατανάλωση (Κ), οι μικτές επενδύσεις (Ε), οι καταναλωτικές δαπάνες του δημοσίου (Δ), καθώς επίσης η διαφορά μεταξύ εξαγωγών και εισαγωγών (Εξ-Εισ.). Πρόκειται λοιπόν για την παρακάτω μαθηματική εξίσωση:
 
ΑΕΠ = Κ+Ε+Δ+(Εξαγωγές - Εισαγωγές)
 
(α) Σε μία οικονομία τώρα, η οποία είναι υπερχρεωμένη, ελλειμματική και διανύει τον πέμπτο χρόνο ύφεσης, η κατανάλωση (Κ) περιορίζεται συνεχώς - μεταξύ άλλων σαν αποτέλεσμα της μεγάλης ανεργίας, των χρεοκοπιών, της πιστωτικής συρρίκνωσης (τραπεζικό πρόβλημα),καθώς επίσης των συσσωρευμένων ιδιωτικών χρεών.
 
Η κατανάλωση δεν υποχωρεί σήμερα μόνο στην Ελλάδα, όσον αφορά την Ευρωζώνη, αλλά επίσης στην Ισπανία, στην Ιταλία και αλλού – τελευταία στην Ολλανδία και στη Γαλλία, η οποία αποτελεί την επόμενη βόμβα στα θεμέλια του κοινού νομίσματος (απειλούμενη, μεταξύ άλλων, από μία καταστροφική έκρηξη της φούσκας ακινήτων που έχει δημιουργηθεί στο παρελθόν). 
 
(β) Κατ' επέκταση, οι ιδιωτικές επενδύσεις (Ε) σε μηχανήματα και υποδομές, όπως και στον τομέα των ακινήτων, μειώνονται ανάλογα - αφού δεν υπάρχει ζήτηση, η οποία θα μπορούσε να τις αιτιολογήσει.
 
Προφανώς, κανένας επιχειρηματίας δεν επενδύει, εάν δεν περιμένει να πουλήσει τα προϊόντα του στους καταναλωτές - ενώ κανένας ιδιώτης δεν αγοράζει ακίνητα, όταν προβλέπει ή διαπιστώνει την αυξημένη φορολόγηση τους, παράλληλα με την αδυναμία επαναπώλησης, υπενοικίασης κοκ. Όταν λοιπόν μειώνεται η κατανάλωση, περιορίζονται οι επενδύσεις - οπότε και το ΑΕΠ, όσον αφορά τα δύο αυτά βασικά του στοιχεία.
 
Ειδικά όσον αφορά τις αποκρατικοποιήσεις, εκτός του ότι αποτελούν αναμφίβολα μία ύπουλη  παγίδα (άρθρο μας) ακόμη και αν υποθέσουμε ότι δεν είναι σκανδαλώδεις (δυστυχώς αποδείχθηκε το αντίθετο στην πατρίδα μας, όσον αφορά τουλάχιστον το Ολυμπιακό χωριό ή την ΑΤΕ, ενώ πιθανότατα θα συμβεί το ίδιο και με τον ΟΠΑΠ, τη ΔΕΗ, την ΕΥΔΑΠ κοκ.), δεν θεωρούνται νέες ιδιωτικές επενδύσεις και δεν βοηθούν την ανάπτυξη – αφού απλά αλλάζουν οι «μέτοχοι», ενώ οι καινούργιοι ιδιοκτήτες των κρατικών επιχειρήσεων συνήθως μειώνουν το προσωπικό, μεγεθύνοντας την ανεργία, αυξάνουν τις τιμές, επιδεινώνοντας τον πληθωρισμό, μεταφέρουν πολλά από τα κέρδη τους στο εξωτερικό, περιορίζοντας τη φορολογική βάση κλπ.    
 
(γ) Οι δημόσιες δαπάνες βέβαια (Δ) μπορούν να αυξηθούν, κατά την πολιτική του Keynes, παρά το ότι μειώνονται η κατανάλωση και οι επενδύσεις - έτσι ώστε να αναθερμάνουν τη ζήτηση, για να κινηθεί ξανά η οικονομία μίας χώρας. Όταν όμως ένα κράτος, όπως για παράδειγμα η Ελλάδα, είναι υπερχρεωμένο και αναγκάζεται από τους δανειστές του ή από τις αγορές (Ισπανία, Ιταλία κλπ.) στη μείωση των δαπανών του, δεν είναι δυνατόν να προβεί σε δημόσιες επενδύσεις – ίσως μόνο να δημιουργήσει εκείνες τις προϋποθέσεις, με τη βοήθεια των οποίων θα μπορέσει να προσελκύσει ξένους επενδυτές.
 
Ποιός όμως ξένος επενδύει σε μία χώρα, η οποία ευρίσκεται σε βαθιά ύφεση, ακόμη και αν υποθέσουμε ότι τόσο το επιχειρηματικό της πλαίσιο (μηδενική διαφθορά κλπ.), όσο και το φορολογικό (ανταγωνιστική, μακροπρόθεσμα σταθερή φορολόγηση), λειτουργούν τέλεια; Πόσο μάλλον όταν πολλές άλλες χώρες, την ίδια χρονική στιγμή (ακόμη και η Αίγυπτος σήμερα), αναζητούν απεγνωσμένα ξένες επενδύσεις;
 
(δ) Αυτό που απομένει λοιπόν για να υπάρξει ανάπτυξη σε μία τέτοια οικονομία, η οποία δεν μπορεί να αυξήσει την κατανάλωση, τις επενδύσεις, καθώς επίσης τις δημόσιες δαπάνες, είναι η μεγέθυνση των καθαρών (αφαιρουμένων των εισαγωγών) εξαγωγών – η κατά το δυνατόν μεγαλύτερη ενδυνάμωση δηλαδή του τελευταίου «πυλώνα» της οικονομίας της.
 
Ακόμη όμως και αν μπορούσε μία χώρα να υποτιμήσει το νόμισμα της, περιορίζοντας έστω το «παραγωγικό αντίκτυπο» στις εισαγωγές (πρώτες ύλες κλπ.), καθώς επίσης τις υπόλοιπες εισαγωγές (όπως αναλύσαμε αυτό που μετράει, όσον αφορά την ανάπτυξη, είναι οι εξαγωγές μείον τις εισαγωγές), πως θα τα κατάφερνε σε μία εποχή, όπου πολλά άλλα κράτη αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα, επιλέγοντας την ίδια ακριβώς λύση;
 
Συμπερασματικά λοιπόν, όπως καταλαβαίνουμε από την αδυναμία καλυτέρευσης και των τεσσάρων συντελεστών (πυλώνων) του ΑΕΠ, η πολυδιαφημισμένη και αναγκαία ανάπτυξη της Ελλάδας, όπως επίσης των υπολοίπων ελλειμματικών ή/και υπερχρεωμένων κρατών του πλανήτη, συμπεριλαμβανομένης της ΕΕ, των Η.Π.Α. και της Ιαπωνίας, υπό τις σημερινές συνθήκες, είναι μία απίστευτη ουτοπία - η οποία δεν μας οδηγεί πουθενά.
 
Ολόκληρο το άρθρο στο:
 
Αθήνα, 31. Δεκεμβρίου 2012

Αξιολογήστε το άρθρο 
Δεν έχει αξιολογηθεί
 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail

Σχετικά με το blog
Μακροοικονομικά θέματα, πολιτικές απόψεις και μικροοικονομικές αναλύσεις.
Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις