Βασίλης Βιλιάρδος
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Λίγα λόγια για εμένα
Είμαι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχω εκδώσει το βιβλίο «Υπέρβαση Εξουσίας» και γράφω οικονομικές αναλύσεις σε έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ. Πρόσφατες εκδόσεις "Η κρίση των κρίσεων" σε τρία βιβλία.
Σύνδεσμοι


Η ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΤΗΣ ΙΣΛΑΝΔΙΑΣ
1680 αναγνώστες
Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013
10:02

 

Τα έθνη αποτυγχάνουν όταν οι Θεσμοί παύουν να λειτουργούν, επειδή εξυπηρετούν μόνο αυτούς που διαθέτουν πολιτική δύναμη. Η προστασία του ατόμου και του κράτους από τον εξαναγκασμό, είναι ξεκάθαρα η βασικότερη υποχρέωση της κυβέρνησης του. Εκτός αυτού, η διαχείριση της υπερχρέωσης ήταν ανέκαθεν μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της Πολιτικής - ενώ από την αρχαιότητα, η αντιπαράθεση μεταξύ δανειστών και οφειλετών, κατέληγε σε βίαιες συγκρούσεις και σε πολέμους, επειδή η εναλλακτική δυνατότητα, για την απαλλαγή από τα χρέη, ήταν η Δουλεία.
 
***************************************
 
Όπως έχουμε αναφέρει πολλές φορές, ακόμη πιο ανόητο από το δόγμα της λιτότητας χωρίς αναπτυξιακά μέτρα, είναι το δόγμα της μη ύπαρξης εναλλακτικών λύσεων - η απολυταρχική «λογική» των μονόδρομων και των αναντικατάστατων.
 
Ειδικά τώρα όσον αφορά το επίπεδο χρέωσης του δημοσίου μίας χώρας, η εύρεση των άριστων εναλλακτικών λύσεων, οι οποίες πάντοτε υπάρχουν, είναι απόλυτα συνδεδεμένη με το ενεργητικό της - με τη δημόσια περιουσία της δηλαδή.
 
Επομένως, όταν μία κυβέρνηση ανακοινώνει μόνο το παθητικό (χρέη), χωρίς να αναφέρει το ενεργητικό (περιουσιακά στοιχεία) της χώρας της, ισχυριζόμενη ταυτόχρονα ότι η πολιτική των μνημονίων είναι μονόδρομος, όταν δεν συντάσσει λοιπόν έναν κρατικό Ισολογισμό και υποτάσσεται αδιαμαρτύρητα στους δανειστές της, δεν συμπεριφέρεται έντιμα απέναντι στους πολίτες - οι οποίοι την έφεραν στην εξουσία.
 
Από την άλλη πλευρά, οι πολίτες εκλέγουν μία κυβέρνηση, με στόχο, μεταξύ άλλων, να διαχειριστεί σωστά τα οικονομικά της πατρίδας τους - χωρίς να επιβαρύνει δυσανάλογα τους ίδιους. Δεν επιλέγουν σε καμία περίπτωση ένα κόμμα που απλά διαπιστώνει διάφορα προβλήματα, ενοχοποιεί νομοτελειακά όλες τις προηγούμενες ηγεσίες (μεταξύ άλλων για διάφορες «ατασθαλίες», χωρίς ταυτόχρονα να τις οδηγεί στη Δικαιοσύνη ή να επιβάλλει κυρώσεις) και επιχειρεί να ισοσκελίσει τον κρατικό προϋπολογισμό εις βάρος τους - με τις υπερβολικές αυξήσεις της φορολογίας, με τις μειώσεις των εισοδημάτων, με την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας και με την κατάργηση του κοινωνικού κράτους.
 
Άλλωστε, κανένα κόμμα δεν είναι υποχρεωμένο να θέσει υποψηφιότητα για τη διακυβέρνηση μίας χώρας - πόσο μάλλον εάν δεν έχει τη δυνατότητα, την ικανότητα και την επάρκεια που προϋποθέτει τόσο η συγκεκριμένη θέση, όσο και τα υπάρχοντα προβλήματα. Τέλος, ακόμη και ο πιο ανόητος θα μπορούσε να κυβερνήσει μία χώρα, αυξάνοντας απλά τους φόρους των πολιτών και ξεπουλώντας τη δημόσια περιουσία, για να ανταπεξέλθει με τα χρέη ή/και με τις δημόσιες δαπάνες.  
 
Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΙΣΛΑΝΔΙΑΣ
 
Σχετικά με όλα όσα προηγήθηκαν της προσφυγής της Ισλανδίας στο αρμόδιο ευρωπαϊκό δικαστήριο (EFTA), έχουμε αναφερθεί αναλυτικά στο άρθρο μας «Η κρίση της Ισλανδίας». Περιληπτικά εδώ τα εξής:
 
Στην αρχή του 2009 ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις της νησιωτικής χώρας, με τη Βρετανία και την Ολλανδία – αν και πολύ δύσκολα θα μπορούσε κανείς να τις χαρακτηρίσει ως τέτοιες, αφού ουσιαστικά επρόκειτο για εντολές των δύο Ευρωπαϊκών χωρών. Κατ’ επακόλουθο, η τελική συμφωνία ήταν εντελώς ασύμφορη για την Ισλανδία, αφού η Μ. Βρετανία απαίτησε αποζημίωση ύψους 2,4 δις στερλίνες, ενώ η Ολλανδία 1,3 δις € - ποσά που ουσιαστικά αντιστοιχούσαν στο 31% του ΑΕΠ της.
 
Η συμφωνία είχε αποφασισθεί από την κυβέρνηση, η οποία είχε εκλεγεί τον Απρίλιο του 2009 – μία κυβέρνηση συνεργασίας των Σοσιαλδημοκρατών και του Αριστερού-Πράσινου κινήματος, η οποία ισχυριζόταν ότι όφειλε να σεβαστεί τις υποσχέσεις του προηγούμενου συντηρητικού πρωθυπουργού, από το Φθινόπωρο του 2008 (είχε εγγυηθεί την πλήρη εξόφληση των οφειλών των τραπεζών).
 
Εν τούτοις, οι Πολίτες της χώρας είχαν εντελώς διαφορετική άποψη – με αποτέλεσμα να διαδηλώνουν συνεχώς εναντίον της συμφωνίας. Παράλληλα, 56.000 Ισλανδοί (το 23% των συνολικών ψηφοφόρων της χώρας), κατέθεσαν έγγραφη διαμαρτυρία στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, απαιτώντας τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Στη συνέχεια, ο Πρόεδρος αποδέχθηκε την επιθυμία των Πολιτών, αρνούμενος να υπογράψει το νόμο που είχε ψηφισθεί από τη Βουλή – διευκολύνοντας έτσι τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, για πρώτη φορά μετά το 1944, όπου είχε επιτευχθεί η ανεξαρτησία της Ισλανδίας. 
 
Συνεχίζοντας, το απρόσμενο αυτό γεγονός σήμανε αμέσως συναγερμό στα οχυρά του διεθνούς τοκογλυφικού κεφαλαίου. Απλά και μόνο η είδηση ότι, οι φορολογούμενοι μίας χώρας θα επιτρεπόταν να αποφασίζουν μόνοι τους, εάν και κάτω από ποιες προϋποθέσεις θα αναλάμβαναν τα χρέη του κράτους τους, δημιούργησε μεγάλη αναταραχή στις παγκόσμιες χρηματαγορές. Φυσικά, οι εταιρείες αξιολόγησης υποτίμησαν αμέσως την πιστοληπτική ικανότητα της Ισλανδίας – ενώ η κυβέρνηση συνεργασίας τάχθηκε υπέρ της συμφωνίας, με στόχο να επηρεάσει την απόφαση του δημοψηφίσματος.
 
Εν τούτοις, οι ελεύθεροι Πολίτες της Ισλανδίας ψήφισαν «ΟΧΙ» επειδή πίστευαν εύλογα ότι, η αντιμετώπιση της χώρας τους από τους δανειστές της ήταν εντελώς άδικη. Έτσι λοιπόν, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος (06.03.2010) ήταν σε συντριπτικό βαθμό (93,2%) εναντίον της συμφωνίας – ενώ μόλις το 1,8% ήταν υπέρ. Το γεγονός αυτό ανάγκασε τη Βρετανία και την Ολλανδία να επιστρέψουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων – αφού δεν μπορούσαν σε καμία περίπτωση να μην σεβαστούν την επιθυμία των Πολιτών της Ισλανδίας, μετά από μία τόσο εντυπωσιακή πλειοψηφία.
 
Η νέα συμφωνία με τους «δανειστές», η οποία επιτεύχθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα, ήταν αρκετά πιο συμφέρουσα από την πρώτη – αφού η αποπληρωμή θα ξεκινούσε το 2016, ενώ τα ποσά των τοκοχρεολυσίων δεν θα ξεπερνούσαν ποτέ το 5% των δημοσίων εσόδων της Ισλανδίας (για σύγκριση, στην Ελλάδα μόνο οι τόκοι του χρέους αντιστοιχούσαν στο 30% περίπου των δημοσίων εσόδων).
 
Ο χρόνος αποπληρωμής επιμηκύνθηκε έως το έτος 2046 (από το 2023 της προηγούμενης), ενώ το επιτόκιο μειώθηκε στο 3% (τυχόν περαιτέρω συγκρίσεις με την Ελλάδα, όπου, για παράδειγμα, τα ετήσια τοκοχρεολύσια δεν θα ξεπερνούσαν τα 3 δις €, αντί 12 δις € που πληρώνουμε σήμερα, θα ήταν εξαιρετικά απογοητευτική για την πολιτική ηγεσία, καθώς επίσης για τις διαπραγματευτικές της «ικανότητες»).  
 
Αυτή τη φορά η Βουλή, η κυβέρνηση και η αξιωματική αντιπολίτευση κυρίως, αποφάσισαν με μεγάλη πλειοψηφία υπέρ της συμφωνίας. Εν τούτοις, επειδή ο έντιμος Πρόεδρος της Δημοκρατίας αρνήθηκε ξανά να την επικυρώσει, δεν υπέγραψε δηλαδή τον ανάλογο νόμο, διενεργήθηκε ένα νέο δημοψήφισμα – στο οποίο το 59,77% ψήφισε ξανά αρνητικά (ΟΧΙ), ενώ το 40,22% θετικά, με την κυβέρνηση να θεωρεί το αποτέλεσμα ως δική της ήττα.
 
Μετά το δεύτερο «ΟΧΙ» των Ισλανδών, τόσο οι Βρετανοί, όσο και οι Ολλανδοί αρνήθηκαν να διαπραγματευθούν ξανά – ανακοινώνοντας ότι θα ακολουθήσουν πλέον τη δικαστική οδό, μέσω του αρμόδιου Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (EFTA) του Λουξεμβούργου. Ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι η  Ισλανδία, μαζί με το Λιχτενστάιν, τη Νορβηγία και την Ελβετία, είναι ένα από τα εναπομείναντα κράτη-μέλη της EFTA, η οποία είχε ιδρυθεί το 1960 ως το «αντίπαλο δέος» της ΕΕ (κάποτε ανήκαν επίσης η Δανία, η Φιλανδία, η Αυστρία, η Σουηδία και η Μ. Βρετανία).
 
Αντικείμενο τώρα της δικαστικής προσφυγής της Ισλανδίας στο EFTA (ολόκληρη η απόφαση στο κείμενο pdf), ήταν δύο εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους «επερωτήσεις» (πηγή NDS):
 
(α) Εάν είναι υποχρεωμένη μία χώρα, στην περίπτωση κατάρρευσης του χρηματοπιστωτικού της συστήματος, να αναλάβει την ευθύνη των κρατικών εγγυήσεων, οι οποίες έχουν δοθεί για τις καταθέσεις στις τράπεζες.
 
(β) Εάν επιτρέπεται μία χώρα, εφ’ όσον επιλέξει να «ρευστοποιήσει» τις τράπεζες της (εάν τις αφήσει δηλαδή να χρεοκοπήσουν), να αντιμετωπίσει τους πολίτες της προνομιακά, σε σχέση με τους ξένους.
 
Σύμφωνα τώρα με την άποψη της Βρετανίας, καθώς επίσης της Ολλανδίας, οι απαιτήσεις των πολιτών τους, όσον αφορά τις αποζημιώσεις για τις καταθέσεις τους στις ισλανδικές τράπεζες που χρεοκόπησαν, όφειλαν να πληρωθούν σε τελική ανάλυση από το κράτος - επομένως, από τους φορολογουμένους.
 
Αντίθετα, κατά τους Ισλανδούς, υπεύθυνο δεν ήταν το κράτος, αλλά η ίδια η τράπεζα - κατ' επέκταση η μητρική της (η Landesbanki στην οποία ανήκε η Icesave) οπότε, επειδή και αυτή χρεοκόπησε, το σχήμα (σύνδικος πτώχευσης) που ανέλαβε να τη ρευστοποιήσει.
 
Στο σημείο αυτό οφείλουμε ίσως να προσθέσουμε ότι, η ρευστοποίηση (εκποίηση) των περιουσιακών στοιχείων της Landesbanki ήταν τελικά επιτυχημένη - αφού επέτρεψε να αποζημιωθεί το 93,5% των πιστωτών της. Η επιτυχία δε αυτή οφείλεται στο ότι, το ενεργητικό της χρεοκοπημένης τράπεζας δεν ξεπουλήθηκε βιαστικά (όπως δυστυχώς επιχειρείται με τη δημόσια περιουσία της πατρίδας μας), αλλά αργά και μεθοδικά, σε σωστές τιμές.
 
Χωρίς να επεκταθούμε σε νομικές λεπτομέρειες, η απόφαση του δικαστηρίου δικαίωσε πλήρως την Ισλανδία (αν και είναι πιθανή η προσφυγή της Βρετανίας και της Ολλανδίας σε άλλο δικαστήριο). Σε γενικές γραμμές δε επιβεβαίωσε το αυτονόητο: το ότι δηλαδή η κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, υπάγεται στους κανόνες  που ισχύουν διεθνώς, όσον αφορά τις συνθήκες «ανωτέρας βίας» (Force Majeure).
 
Σχετικά με τις εγγυήσεις για τις καταθέσεις, σύμφωνα με το δικαστήριο, το κράτος είναι υποχρεωμένο να τις πληρώνει, στο ύψος που το ίδιο έχει εγγυηθεί, μόνο υπό ομαλές συνθήκες. Για παράδειγμα, εάν στην Ελλάδα κατέρρεε το χρηματοπιστωτικό σύστημα, το κράτος δεν θα είχε καμία υποχρέωση να αναλάβει να πληρώσει τα χρέη ή/και τις καταθέσεις των πελατών των τραπεζών - ακόμη και αν το είχε εγγυηθεί (γεγονός που σημαίνει ότι, όλες οι εγγυήσεις που δόθηκαν κατά το ξέσπασμα της κρίσης από τις κυβερνήσεις, όσον αφορά τις καταθέσεις των πολιτών τους, είναι χωρίς αντίκρισμα - όπως όλα όσα κατά καιρούς υπόσχονται ανερυθρίαστα οι πολιτικοί, χωρίς καμία πρόθεση να τα τηρήσουν).
 
Τέλος, όσον αφορά την προνομιακή μεταχείριση των πολιτών ενός κράτους, σχετικά με τους αλλοδαπούς (η Ισλανδία μετέφερε τις καταθέσεις των πολιτών της στις καλές τράπεζες, χωρίς καθόλου να τις «κουρέψει» ενώ, αντίθετα, οι καταθέσεις των ξένων οδηγήθηκαν στο πολύ μικρότερο εγγυητικό κεφάλαιο, το οποίο θα πλήρωνε το ανώτατο 20.000 € ανά καταθέτη), η Ισλανδία επίσης δικαιώθηκε - οπότε οι πολίτες της δεν έχασαν καθόλου χρήματα από τις καταθέσεις τους, σε αντίθεση με τις μεγάλες ζημίες των αλλοδαπών (Βρετανών και Ολλανδών κυρίως).
 
Ολοκληρώνοντας, οι πολίτες της Ιρλανδίας έχασαν δυστυχώς την ευκαιρία, αναλαμβάνοντας ανόητα την εξόφληση των χρεών των τραπεζών τους - όπως συνέβη και με τους Έλληνες κατόχους ομολόγων του δημοσίου (ιδιώτες, οργανισμοί κλπ.), οι οποίοι θα μπορούσαν να αντιμετωπισθούν προνομιακά από την ελληνική κυβέρνηση, με βάση την απόφαση για την Ισλανδία. Αυτοί που όμως δεν έχουν χάσει ακόμη την ευκαιρία είναι οι Κύπριοι και, ενδεχομένως, οι Ισπανοί - ή όποιοι άλλοι αντιμετωπίσουν στο μέλλον ανάλογα προβλήματα.
 
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
 
Η Ισλανδία απέδειξε ότι, ο δικός της δρόμος, η διάσωση δηλαδή των πολιτών και όχι των τραπεζών, αφενός μεν οδηγεί στην έξοδο από τη χρηματοπιστωτική κρίση, αφετέρου είναι συμβατή με το ευρωπαϊκό δίκαιο - το πλέον εξελιγμένο παγκοσμίως.
 
Στην πλαίσια αυτά, οι ανάλογες ενέργειες της ελληνικής κυβέρνησης, η προσφυγή της δηλαδή στο Κράτος Δικαίου της ΕΕ, θα ήταν ο μοναδικός δρόμος για να διασωθεί η πατρίδα μας από τους εισβολείς - οι οποίοι απαιτούν τη λεηλασία τόσο της ιδιωτικής, όσο και της δημόσιας περιουσίας των Ελλήνων, παράλληλα με τον εξευτελισμό και την εξαθλίωση τους. 
 

Ολόκληρο το άρθρο στο:

http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2807.aspx
 
Αθήνα, 10. Φεβρουαρίου 2013

 

Αξιολογήστε το άρθρο 
Δεν έχει αξιολογηθεί
 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail

Σχετικά με το blog
Μακροοικονομικά θέματα, πολιτικές απόψεις και μικροοικονομικές αναλύσεις.
Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις