Βασίλης Βιλιάρδος
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Λίγα λόγια για εμένα
Είμαι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχω εκδώσει το βιβλίο «Υπέρβαση Εξουσίας» και γράφω οικονομικές αναλύσεις σε έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ. Πρόσφατες εκδόσεις "Η κρίση των κρίσεων" σε τρία βιβλία.
Σύνδεσμοι


Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΚΑΙ Η ΕΛΛΑΔΑ
2085 αναγνώστες
Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2013
12:14

Στα απολυταρχικά καθεστώτα, οι πολίτες οφείλουν να είναι στην υπηρεσία του κράτους – το κράτος δηλαδή προηγείται, ενώ τα άτομα «θυσιάζονται», με στόχο την ισχύ του. Αντίθετα, στα δημοκρατικά πολιτεύματα, το κράτος είναι στην υπηρεσία των πολιτών. Αν και κανένας δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι, η Γερμανία διέπεται από ένα δικτατορικό καθεστώς, οι πολίτες της είναι αναμφίβολα «έρμαιο» του κράτους τους - έτσι όπως αυτό κυβερνάται από τη βιομηχανική ελίτ”.
 
*************************************
 
Η Γερμανία, ήδη από τη δεκαετία του 1980, είχε υψηλά πλεονάσματα, όπως μέχρι πρόσφατα η Κίνα - ενώ την ξεπερνούσε τότε μόνο η Ιαπωνία (πηγή: BIS). Μετά την ένωση της όμως, την οποία ακολούθησε μία εκρηκτική οικοδομική δραστηριότητα που χρηματοδότησε, στο μεγαλύτερο μέρος της, με τη συσσωρευμένη περιουσία της στο εξωτερικό, τα πλεονάσματα της εκμηδενίσθηκαν.
 
Από το 1991 και μετά, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της ήταν ελλειμματικό - έως το 2002, όπου άρχισε να γίνεται πλεονασματικό, με τις εξαγωγές να συμβάλλουν στο 50% του ΑΕΠ. Η επιτυχία της αυτή οφείλεται στη συμφωνία που επετεύχθη με τα εργατικά συνδικάτα στα τέλη του 1990, με βάση την οποία οι αυξήσεις των μισθών ήταν σταθερά χαμηλότερες από την παραγωγικότητα των εργαζομένων.
 
Αμέσως μετά ακολούθησε η «Agenda 2010» από τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση, με μεγάλες αλλαγές στις συνθήκες εργασίας. Στην «Agenda 2010» οφείλεται η μείωση έκτοτε των πραγματικών αμοιβών, όταν στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες αυξάνονταν - γεγονός που λειτούργησε θετικά στην ανταγωνιστικότητα της γερμανικής οικονομίας.
 
Περαιτέρω, το άνοιγμα των αγορών, καθώς επίσης η υιοθέτηση του ευρώ, βοήθησαν σε μεγάλο βαθμό τη Γερμανία - επειδή οι εξαγωγές της, οι οποίες ήταν κατά 70% στην ΕΕ, έπαψαν να αντιμετωπίζουν συναλλαγματικούς κινδύνους στο μεγαλύτερο μέρος τους (Ευρωζώνη).
 
Εκτός αυτού οι τράπεζες της, πριν την δημιουργία της Ευρωζώνης, δεν ήταν σε θέση να «ανακυκλώσουν» πλεονάσματα υψηλότερα του 4% (από μακροοικονομικής πλευράς, απέναντι σε κάθε πλεόνασμα υπάρχει μία αντίστοιχη αύξηση των απαιτήσεων στο εξωτερικό) - επειδή οι υπερβαίνουσες τοποθετήσεις ξεπερνούσαν τα ποσά που ήταν διατεθειμένες να επενδύσουν εκτός Γερμανίας οι επιχειρήσεις, καθώς επίσης οι ασφαλιστικές εταιρείες. Ας μην ξεχνάμε δε ότι οι «χονδρικές» πωλήσεις, οι εξαγωγές στην προκειμένη περίπτωση, είναι συνδεδεμένες με πιστώσεις – οι οποίες συνήθως, όπως συμβαίνει και με τις εταιρείες, διαμορφώνονται μεταξύ 50% και 100% του ετήσιου τζίρου. 
 
Επειδή τώρα οι τράπεζες, οι επιχειρήσεις και οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν επένδυαν στο εξωτερικό πάνω από το 4% των πλεονασμάτων, προκαλούταν αύξηση της ισοτιμίας του μάρκου - γεγονός που μείωνε την ανταγωνιστικότητα της χώρας, ενώ υποτιμούσε τα περιουσιακά στοιχεία της στο εξωτερικό, «εκπεφρασμένα» σε γερμανικά μάρκα.
 
Μετά τη δημιουργία της Ευρωζώνης όμως, αφενός μεν αυξήθηκαν τα ποσά που μπορούσαν να «ανακυκλώνουν» οι τράπεζες (επειδή οι επιχειρήσεις θεωρούσαν αμελητέο τον κίνδυνο απώλειας των τοποθετήσεων τους στην Ευρώπη), αφετέρου δεν υποτιμούταν τα περιουσιακά στοιχεία τους στην Ευρωζώνη, λόγω του ότι ήταν επίσης σε ευρώ. Φυσικά δε το «γερμανικό ευρώ» δεν ανατιμούταν, οπότε δεν μειωνόταν η ανταγωνιστικότητα της χώρας - αντίθετα, το νόμισμα διατηρούταν σε χαμηλά επίπεδα, λόγω της αδυναμίας των υπολοίπων εταίρων της. 
  
Εκτός των παραπάνω, από το 2002 και μετά αυξανόταν συνεχώς το μερίδιο των κερδών των επιχειρήσεων της χώρας στο ΑΕΠ, εις βάρος των μισθών των εργαζομένων - με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις, οι οποίες το 2000 χρειαζόταν πιστώσεις ύψους 6% του ΑΕΠ, να μεταβληθούν από οφειλέτες σε δανειστές. Αντί να δανείζονται χρήματα δηλαδή, δάνειζαν, με το κόστος χρηματοδότησης τους να μετατρέπεται σε κέρδος, από τη χρηματοδότηση άλλων.
 
Αυτό προκάλεσε με τη σειρά του την αύξηση των επενδύσεων στο εξωτερικό (αντί στο εσωτερικό) εκείνων των επιχειρηματικών κερδών, τα οποία προέρχονταν από τις αλλαγές στην εργατική νομοθεσία - καθώς επίσης από τις χαμηλές αμοιβές των εργαζομένων. 
 
Η άλλη όψη του νομίσματος ήταν το ότι, οι χώρες της περιφέρειας της Ευρωζώνης, λόγω των χαμηλών επιτοκίων, καθώς επίσης των μεγαλυτέρων δυνατοτήτων δανεισμού τους, αύξησαν υπερβολικά τόσο τις επενδύσεις, δυστυχώς κυρίως στα ακίνητα, όσο και την κατανάλωση τους - παράγοντας μεγάλα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών, αντίστοιχα των γερμανικών πλεονασμάτων.
 
Σε τελική ανάλυση, οι χώρες της περιφέρειας βρέθηκαν στα όρια της χρεοκοπίας - με ενδεχόμενο αποτέλεσμα να χάσουν τα χρήματα τους τα κράτη του βορά, τα οποία δάνειζαν τα πλεονάσματα τους στα κράτη του νότου (πλεονάσματα που όμως συσσώρευαν τόσα χρόνια οι χώρες του βορά, εις βάρος αυτών του νότου). Κυρίως βέβαια η Γερμανία, όπως αναφέραμε παραπάνω.
 
Η Ελλάδα
 
Στο σημείο αυτό οφείλει να αναρωτηθεί κανείς εάν θα μπορούσε να λειτουργήσει ανάλογα η Ελλάδα, όταν αποφάσισε να συμμετέχει στην Ευρωζώνη – μία απόφαση που οφειλόταν κυρίως στην πρόθεση της να αυξήσει την πιστοληπτική της ικανότητα, αφού με χρέος άνω του 100% του ΑΕΠ της (104,7% το 2001), καθώς επίσης με τα συνεχή ελλείμματα του προϋπολογισμού της, ήταν αδύνατον μεσοπρόθεσμα να αποφύγει διαφορετικά τη χρεοκοπία. 
 
Κατά την άποψη μας η Ελλάδα δεν μπορούσε, κυρίως λόγω της πολιτικής, καθώς επίσης της συνδικαλιστικής διαφθοράς. Ειδικότερα, τυχόν αντίστοιχες με τη Γερμανία απαιτήσεις απέναντι στους εργαζομένους, θα δημιουργούσαν έντονες αντιδράσεις εκ μέρους τους – τόσο απέναντι στην κυβέρνηση, όσο και απέναντι στους ηγέτες των συνδικαλιστικών οργανώσεων.
 
Οι αντιδράσεις θα οδηγούσαν νομοτελειακά τους εργαζομένους στον «έλεγχο της εντιμότητας» όλων αυτών, οι οποίοι θα απαιτούσαν θυσίες εκ μέρους τους – γεγονός που ήταν αδύνατον να επιτρέψουν τόσο οι πολιτικοί, όσο και οι συνδικαλιστές, οι οποίοι ήταν βυθισμένοι στη διαπλοκή και στη διαφθορά (φυσικά με αρκετές εξαιρέσεις, οι οποίες όμως δεν αρκούσαν).
 
Σχετικά τώρα με το εάν θα έπρεπε ή όχι να λειτουργήσει ανάλογα η Ελλάδα, πόσο μάλλον αφού γνώριζε τα σχέδια της Γερμανίας (τα υπόλοιπα κράτη της Ευρωζώνης, όπως και η κεντρική της διοίκηση, τα γνώριζαν επίσης, αφού δεν ήταν κρυφά), έχουμε την άποψη ότι, ειδικά η Ελλάδα, λόγω του υψηλού δημοσίου χρέους της, ήταν υποχρεωμένη να το κάνει – ενώ, εάν είχε επιλέξει το συγκεκριμένο δρόμο, δεν θα βρισκόμαστε σήμερα σε αυτή τη δύσκολη θέση. Ενδεχομένως δε θα ευγνωμονούσαμε το ευρώ, αντί να το θεωρούμε υπεύθυνο για όλα τα δεινά μας – όπως ακριβώς το ευγνωμονεί η Γερμανία.
 
Σε γενικές γραμμές βέβαια δεν συμφωνούμε με τη «μερκαντιλιστική» πολιτική, η οποία ωφελεί το κράτος και τις επιχειρήσεις, εις βάρος των εργαζομένων – μία πολιτική που θα έπρεπε ήδη από το 2000 να είχε απαγορευθεί από την Κομισιόν, η οποία είναι υποχρεωμένη να διατηρεί τις ισορροπίες, τουλάχιστον εντός της Ευρωζώνης.     
 
Ολόκληρη η ανάλυση στο

Αξιολογήστε το άρθρο 
Δεν έχει αξιολογηθεί
 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail

Σχετικά με το blog
Μακροοικονομικά θέματα, πολιτικές απόψεις και μικροοικονομικές αναλύσεις.
Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις