Βασίλης Βιλιάρδος
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Λίγα λόγια για εμένα
Είμαι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχω εκδώσει το βιβλίο «Υπέρβαση Εξουσίας» και γράφω οικονομικές αναλύσεις σε έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ. Πρόσφατες εκδόσεις "Η κρίση των κρίσεων" σε τρία βιβλία.
Σύνδεσμοι


ΤΟ ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΣΕΝΑΡΙΟ
3206 αναγνώστες
Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2015
16:42

Είναι προφανές ότι, τη στιγμή ακριβώς που θα ψηφιζόταν στην Ελλάδα μία αμιγώς αριστερή κυβέρνηση, θα ακολουθούσε μία μαζική εκροή κεφαλαίων τόσο από τους ίδιους τους Έλληνες, όσο και από τους ξένους. Η έξοδος αυτή, θα συνοδευόταν από τραπεζικές επιθέσεις (bank run), οι οποίες θα δημιουργούσαν τεράστια προβλήματα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας – με τις χρεοκοπίες, καθώς επίσης με το χάος που τις συνοδεύει, να μην μπορούν να αποκλεισθούν.   

 

Οι επενδυτές θα αποχωρούσαν αφενός μεν προληπτικά, πιθανολογώντας εύλογα ότι, θα επιβαλλόταν περιορισμοί στην ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων, αφετέρου επειδή θα φοβόντουσαν πως θα έχαναν τα χρήματα τους. Η αιτία είναι μεταξύ άλλων το ότι, η οικονομική πολιτική μίας τέτοιας κυβέρνησης στον τομέα της εργασίας, των κοινωνικών παροχών κλπ. δεν παράγει πλεονάσματα, από τα οποία να μπορούν να πληρωθούν οι τόκοι και οι δόσεις των δανειακών κεφαλαίων – ενώ, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, μειώνει τα κέρδη των επιχειρήσεων, οπότε προκαλείται η κατάρρευση του χρηματιστηρίου.

 

Περαιτέρω, είναι πολύ πιθανόν ότι, η Ευρωζώνη θα σταματούσε να ενισχύει τις τράπεζες – οπότε η χώρα θα έπρεπε να υιοθετήσει το δικό της νόμισμα, παραβαίνοντας τη συνθήκη της ζώνης του ευρώ και παύοντας να αποτελεί μέλος της. Επομένως, είναι ουτοπικό το να θεωρεί μία αμιγώς αριστερή κυβέρνηση πως μπορεί να κυβερνήσει, παραμένοντας εντός της Ευρωζώνης.

 

Ακόμη όμως και να μην συνέβαιναν όλα αυτά, η μονομερής αθέτηση της δανειακής σύμβασης και των μνημονίων, όπως υπόσχεται η «αριστερά» (η ακύρωση μόνο των μνημονίων είναι προφανώς αδύνατη), θα οδηγούσε την Ευρώπη και την ΕΚΤ στο σταμάτημα της τροφοδοσίας των τραπεζών με ρευστότητα.

 

Επίσης, στην «αναστολή» των δόσεων των εγκεκριμένων δανείων, ενδεχομένως δε και των  ευρωπαϊκών ενισχύσεων (περί τα 20 δις €)  – οπότε η Ελλάδα θα αναγκαζόταν εκ των πραγμάτων (de facto) να δηλώσει αδυναμία πληρωμών, να χρεοκοπήσει, να υιοθετήσει το εθνικό της νόμισμα και να οδηγηθεί εκτός Ευρωζώνης.

 

Στην περίπτωση αυτή τα πρωτογενή πλεονάσματα του προϋπολογισμού, ακόμη και αν ήταν πραγματικά, θα μετατρεπόταν σε χρόνο μηδέν σε συνεχώς αυξανόμενα ελλείμματα – αφού, μαζί με τις τράπεζες, θα κατέρρεε και η οικονομία, οπότε το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων του δημοσίου θα αποτελούσε παρελθόν.

 

Θα ήταν δε τυχερή η Ελλάδα, εάν δεν επικρατούσε το απόλυτο χάος, με όλα όσα κάτι τέτοιο το συνοδεύουν (πλήρης παράλυση της οικονομικής ζωής, κατακόρυφη αύξηση της εγκληματικότητας, επιθέσεις σε καταστήματα κοκ.).

 

Ο μοναδικός τρόπος λοιπόν για να κυβερνήσει η αριστερά, είναι η ελεγχόμενη υιοθέτηση του εθνικού νομίσματος, με τη βοήθεια και τη συμφωνία της Ευρωζώνης – μετά από μία διαπραγμάτευση, έτσι ώστε:

 

(α)  είτε να διαγραφεί ένα σημαντικό μέρος του δημοσίου χρέους – της τάξης των 240 δις €, έτσι ώστε το χρέος ως προς το ΑΕΠ να είναι της τάξης του 50%,

 

(β)  είτε να μετατραπεί το συνολικό εξωτερικό χρέος της Ελλάδας (δημόσιο και ιδιωτικό) στις νέες δραχμές, με τη σωστή ισοτιμία – παράλληλα με την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του, με μηδενικά επιτόκια, με «ρήτρα εξαγωγών» κλπ. Εάν εξασφαλιζόταν παράλληλα και η ενίσχυση του «δραχμικού» τραπεζικού συστήματος για ένα έτος από την ΕΚΤ, έτσι ώστε να απορροφηθούν οι αρχικές «δονήσεις», θα ήταν εξαιρετικά θετικό.

 

Η διαπραγμάτευση θεωρείται εφικτή, επειδή δεν συμφέρουν την Ευρωζώνη οι ανεξέλεγκτες καταστάσεις – ενώ μάλλον δεν θα επέμενε στο να παραμείνει η Ελλάδα μέλος της. Το πρόβλημα βέβαια επικεντρώνεται στο ότι, η διαπραγμάτευση θα έπρεπε να προηγηθεί της ανόδου της αριστεράς στην εξουσία – αφού διαφορετικά οι ζημίες που θα προκαλούνταν τις πρώτες ημέρες θα ήταν πολύ σοβαρές, πόσο μάλλον όταν είναι αδύνατον να ακολουθήσει αμέσως μετά τις εκλογές το απαιτούμενο κλείσιμο των τραπεζών (Bank holidays), ο περιορισμός των αναλήψεων κλπ.

 

Περαιτέρω, η υιοθέτηση του εθνικού νομίσματος θα έπρεπε να συνοδευθεί από πολλές άλλες ενέργειες – μεταξύ των οποίων η εθνικοποίηση των τραπεζών, συμπεριλαμβανομένης της Τράπεζας της Ελλάδος, ο περιορισμός στις αναλήψεις, καθώς επίσης στην ελεύθερη διακίνηση των κεφαλαίων, η δημιουργία συναλλαγματικών αποθεμάτων, η αναζήτηση νέων συμμάχων και εξαγωγικών αγορών, οι προσπάθειες αυτάρκειας της ελληνικής οικονομίας, η επιβολή δασμών για την «επιδότηση» της εγχώριας βιομηχανίας (αν και κάτι τέτοιο δεν είναι συμβατό με την ΕΕ), η έκδοση ομολόγων, με αποδέκτες τους Έλληνες καταθέτες κοκ.

 

Όλα αυτά, αν και εφικτά στην επίτευξη τους, απαιτούν προφανώς την ύπαρξη εξαιρετικά ικανών στελεχών τόσο στην κυβέρνηση, όσο και σε νευραλγικές θέσεις της οικονομίας. Πολύ περισσότερο στην κεντρική τράπεζα, αφού η εισαγωγή της δραχμής, καθώς επίσης η επανάκτηση της νομισματικής κυριαρχίας, δεν είναι καθόλου εύκολο να δρομολογηθεί χωρίς μεγάλους «κλυδωνισμούς» – μεταξύ των οποίων τη ραγδαία υποτίμηση του νομίσματος, την έλλειψη βασικών αγαθών (φάρμακα, ενέργεια) και τις μεγάλες  πληθωριστικές πιέσεις.

 

Σε κάθε περίπτωση όμως, μετά από ένα πολύ επώδυνο πρώτο διάστημα, εάν η υιοθέτηση του εθνικού νομίσματος δρομολογούταν σωστά και ελεγχόμενα, η Ελλάδα θα μπορούσε να αντικρίσει ξανά με ελπίδα το μέλλον – γεγονός που είναι αδύνατον να συμβεί ποτέ, όσο η Τρόικα παραμένει στην πατρίδα μας, εφαρμόζοντας την εγκληματική πολιτική της.

 

Ευρώ, η ώρα της αλήθειας

Αξιολογήστε το άρθρο 
1 ψήφος
 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail

Σχετικά με το blog
Μακροοικονομικά θέματα, πολιτικές απόψεις και μικροοικονομικές αναλύσεις.
Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις